|
Δύο στους τρεις δυσαρεστημένοι για τον τρόπο που ασκεεί τα καθήκοντα του ο Σημίτης
5 φορές κακή 1 φορά μέτρια και για ΟΝΕ καλή
Ελάχιστος ή πολύ μικρός είναι ο δείκτης εμπιστοσύνης των ερωτηθέντων προς την κυβερνητική πολιτική σε πέντε τομείς (υγεία, παιδεία, ανεργία, δημόσια τάξη, εξωτερική πολιτική). Κάπως καλύτερα είναι τα πράγματα για την κυβέρνηση στον τομέα της οικονομίας. Και ο μόνος τομέας στον οποίο η κυβέρνηση έχει την εμπιστοσύνη μεγάλου μέρους των πολιτών -και μάλιστα ανεξαρτήτως κομματικών προτιμήσεων- είναι η πορεία προς την ΟΝΕ.
Αυτά είναι τα βασικά συμπεράσματα του δεύτερου μέρους της πανελλαδικής δημοσκόπησης της εταιρείας «ΟPINIΟN», που δημοσιεύει σήμερα η «Ε». Η κακή εικόνα για την κυβέρνηση συμπληρώνεται από το υψηλό ποσοστό (περίπου 70%) δυσαρέσκειας για τον τρόπο που ασκεί ο πρωθυπουργός τα καθήκοντά του. Το μοναδικό κυβερνητικό στέλεχος που ξεπερνά το μέσο βαθμό συμπάθειας είναι ο Γιώργος Παπανδρέου, ενώ μεταξύ των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ υψηλά ποσοστά συγκεντρώνουν και άλλα στελέχη.
Οπως δείχνουν τα στοιχεία της έρευνας, η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα οξύ πρόβλημα γενικευμένης δυσπιστίας. Ο σχετικός αρνητικός δείκτης φτάνει το 77%, ενώ είναι υψηλός (περίπου 60%) και μεταξύ των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ του 1996. Η αρνητική αυτή εικόνα δεν επηρεάστηκε από την υπόθεση Οτσαλάν. Ο μόνος τομέας για τον οποίο επιδεινώθηκε ο βαθμός εμπιστοσύνης είναι, φυσιολογικά, η εξωτερική πολιτική.
Η κυβέρνηση «διασώζεται» μόνο:
Ελαφρώς στην οικονομική πολιτική, την οποία δηλώνει ότι εμπιστεύεται ένας στους τέσσερις ερωτηθέντες.
Σε ικανοποιητικό βαθμό στην «πορεία προς την ΟΝΕ», όπου οι μισοί εκφράζουν την εμπιστοσύνη τους. Είναι, μάλιστα, ενδεικτικό ότι μεγάλα τμήματα ψηφοφόρων της Ν.Δ. (42%) και του Συνασπισμού (41%) εκφράζουν εμπιστοσύνη προς την κυβέρνηση για την πολιτική της σ' αυτόν τον τομέα. Η πορεία προς την ΟΝΕ είναι ο μόνος τομέας κυβερνητικής πολιτικής στον οποίο δηλώνει ότι δεν έχει καθόλου εμπιστοσύνη μόνο το 20% (στους άλλους το ποσοστό αυτό είναι πολύ υψηλότερο).
Τα ευρήματα αυτά της έρευνας οδηγούν στο πολιτικό συμπέρασμα ότι η υστέρηση του ΠΑΣΟΚ έναντι της Ν.Δ. (όπως έδειξε η πρόθεση ψήφου, που δημοσιεύθηκε στην «Κυριακάτικη Ε») οφείλεται στην πεποίθηση της μεγάλης πλειονότητας των ψηφοφόρων ότι η κυβερνητική πολιτική στους βασικότερους τομείς είναι αναποτελεσματική έως ανύπαρκτη. Και ότι η κυβέρνηση διατηρεί ένα πλεονέκτημα μόνο στη οικονομική πολιτική κι ένα μεγαλύτερο στον τομέα «πορεία προς την ΟΝΕ».
Η κυβέρνηση και προσωπικά ο κ. Σημίτης ασφαλώς γνωρίζουν αυτό το πλεονέκτημα που διαθέτουν, εξ ου και η μανιώδης επιμονή στην προβολή αυτού του στόχου. Αλλωστε, η επίτευξή του θ' αποτελέσει το μεγάλο «ατού» τους στις προσεχείς εκλογές. Είναι, όμως, αμφίβολο αν αυτό αρκεί για να αντισταθμίσει την κακή εικόνα σε όλους τους άλλους τομείς.
Eπιμέλεια-Aνάλυση:
ΠANAΓIΩTHΣ KAΦETZHΣ*
H σχέση κοινής γνώμης - κυβέρνησης μετρήθηκε στην παρούσα δημοσκόπηση σε τρία διαφορετικά επίπεδα και με τρεις διαφορετικούς τρόπους, που αντιστοιχούν σε επιμέρους διαστάσεις αυτής της σχέσης:
- βαθμός εμπιστοσύνης για την κυβερνητική πολιτική σε εφτά διαφορετικούς τομείς,
- βαθμός ικανοποίησης «από τον τρόπο που ο πρωθυπουργός ασκεί τα καθήκοντά του» και
- «συμπάθεια» του κοινού για βασικούς υπουργούς της κυβέρνησης, που είναι ταυτόχρονα και σημαίνοντες πολιτικοί του κυβερνώντος κόμματος.
Σημειώνεται εξ αρχής ότι η «συμπάθεια» προς πολιτικούς της κυβέρνησης είναι μια στάση σαφώς πιο απαιτητική, δηλαδή εμπεριέχει μια παράμετρο πιο «σκληρή» από αυτήν που εμπεριέχεται στις θετικές ή αρνητικές «γνώμες» γι' αυτούς.
Σε ό,τι αφορά την εμπιστοσύνη του κοινού απέναντι σε τομείς της κυβερνητικής πολιτικής, τα στοιχεία του Πίνακα 1 δεν αφήνουν κανένα περιθώριο παρερμηνείας: η κοινή γνώμη, κατά την απόλυτη πλειοψηφία της, τοποθετείται στον τελείως αρνητικό πόλο, μη εμπιστευόμενη καθόλου την κυβέρνηση στους έξι από τους εφτά τομείς άσκησης της πολιτικής της. Tα ποσοστά έλλειψης εμπιστοσύνης αυξάνονται και καλύπτουν πολύ μεγάλα τμήματα του κοινού αν συνυπολογιστεί και η στάση της μετριοπαθούς δυσπιστίας («λίγη εμπιστοσύνη»), η οποία αντιστοιχεί περίπου στο 1/3 του πληθυσμού.
Eκτός της οικονομικής πολιτικής, στην οποία ένας στους τέσσερις περίπου δηλώνουν εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση, μικρό ποσοστό του κοινού (από 7% έως 15%) δείχνει να διαθέτει προϋποθέσεις νομιμοποίησης της κυβερνητικής πολιτικής.
Tο υψηλότερο ποσοστό εμπιστοσύνης στην κυβερνητική πολιτική στον τομέα της οικονομίας οφείλεται κυρίως στα περισσότερο μορφωμένα στρώματα (πτυχιούχοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης: 34% εμπιστοσύνη) και περισσότερο στον ανδρικό πληθυσμό (30,5% εμπιστοσύνη), στους ψηφοφόρους ΠAΣΟK '96 (41% εμπιστοσύνη), αλλά και σε αυτούς του Συνασπισμού (37% εμπιστοσύνη).
Ο μόνος τομέας κυβερνητικής πολιτικής που εξαιρείται αυτής της γενικευμένης στάσης έλλειψης εμπιστοσύνης είναι αυτός της πορείας της χώρας προς την ΟNE. Eνας τομέας που έχει αναγορευθεί ουσιαστικά σε μονοθεματικό άξονα στρατηγικής από πλευράς κυβερνώντος κόμματος ή σε άξονα στον οποίο διαθλώνται άλλοι άξονες, ως ένα είδος παραγώγων του πρώτου.
Στον τομέα αυτό, το κοινό εμφανίζεται αυστηρά διχοτομημένο μεταξύ εμπιστοσύνης / δυσπιστίας. H κυβέρνηση απολαμβάνει εδώ της εμπιστοσύνης της πλειοψηφίας του ανδρικού πληθυσμού, των πιο μορφωμένων στρωμάτων και των νεότερων παραγωγικών ηλικιών του πληθυσμού (από 18 έως 45 ετών), ενώ σημαντικά ποσοστά εμπιστοσύνης καταγράφει στους ψηφοφόρους της N.Δ. '96 (42%) και του Συνασπισμού (41%), με αρκετά περιορισμένη την απόλυτη δυσπιστία (καθόλου εμπιστοσύνη περί το 20%).
Aναδεικνύεται, έτσι, ένας «αδιάβροχος» χώρος για την κυβερνητική πολιτική, ένα είδος εγκάρσιου consensus, το οποίο υποδηλώνει αφ' ενός μια αναγνώριση κυβερνητικής συνέπειας και αφ' ετέρου μια μορφή ικανοποίησης της κοινής γνώμης, έστω και για ένα μοναδικό τομέα πολιτικής.
Aσφαλώς, στο consensus αυτό θα πρέπει να συνυπολογιστεί και το ότι η πολιτική για την ένταξη της χώρας στην ΟNE αναγνωρίζεται ως μια πάνδημη, εθνική προτεραιότητα, η οποία, επιπροσθέτως, την τελευταία περίοδο τουλάχιστον δεν αποτελεί μείζον διακύβευμα στον πολιτικό ανταγωνισμό.
Tο στοιχείο αυτό, καθώς και η μαζική δυσπιστία σε όλους τους άλλους τομείς κυβερνητικής πολιτικής, θέτουν και κάποια σαφή όρια στα θετικά αντικρίσματα που μπορεί να αποφέρει για το κυβερνών κόμμα αυτή η εμπιστοσύνη προς την πολιτική του για την ένταξη στην ΟNE.
Πέρα από αυτό, άλλωστε, είναι ζητούμενο και το κατά πόσον η ίδια η ένταξη της χώρας στην ΟNE έχει για το κοινό την ίδια θέση στην ιεράρχηση των προβλημάτων και των αξιών του με αυτήν που υποδηλώνει η «εθνική» ρητορική που αναπτύσσεται πολλά χρόνια γι' αυτή την ένταξη από μέρους των πολιτικών ηγεσιών. Aπό την άποψη αυτή έχει κάποια σημασία το εξαιρετικά υψηλό ποσοστό έλλειψης εμπιστοσύνη που καταγράφεται σε δύο τομείς πολιτικής άμεσα συνδεδεμένους με στοιχειώδεις συνθήκες αναγκών: την απασχόληση - ανεργία και την υγεία - πρόνοια.
H έντονα αρνητική αυτή εικόνα για την εμπιστοσύνη της κοινής γνώμης προς την κυβερνητική πολιτική είναι ουσιαστικά ανεπηρέαστη από τη «συγκυρία Οτσαλάν». Ούτως ή άλλως, η στάση εμπιστοσύνης - δυσπιστίας προς την κυβέρνηση είναι στάση που προσδιορίζεται από μακροπρόθεσμες και μεσοπρόθεσμες παραμέτρους. Aπό τα ενδεικτικής μόνον αξίας (λόγω του μικρού δείγματος) στοιχεία που διαθέτουμε για τη στάση του κοινού πριν από την υπόθεση Οτσαλάν, η εμπιστοσύνη προς την κυβέρνηση βρισκόταν στην ίδια χαμηλή στάθμη που βρέθηκε κατά τη διάρκεια της κρίσης. Mε μια αξιοσημείωτη και σημαντική εξαίρεση: στην εξωτερική πολιτική. Mαζί με την εμπιστοσύνη προς την οικονομία, η εμπιστοσύνη του κοινού για τους χειρισμούς της κυβέρνησης στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής ήταν, συγκριτικώς προς τους άλλους (εκτός ΟNE) τομείς, σχετικά ικανοποιητική: 29% του κοινού εκφράζει πολλή ή αρκετή εμπιστοσύνη στην εξωτερική πολιτική πριν από την υπόθεση Οτσαλάν, με ένα συγκεκριμένο ποσοστό (31%) να δηλώνει «καθόλου εμπιστοσύνη», ενώ, όταν εκδηλώθηκε η «κρίση Οτσαλάν», η εμπιστοσύνη μειώνεται κατακόρυφα (16%) και αυξάνεται η πλήρης έλλειψη εμπιστοσύνης από το 31% στο 50%.
«Kοινή εξωτερική πολιτική»
Aυτή η σημαντική μεταβολή, εξάλλου, εκφράζεται και με άλλο τρόπο. Στα (τρία) σημαντικότερα προβλήματα της χώρας, που σε σχετική ερώτηση κλήθηκε να αναφέρει, αυθόρμητα, το κοινό, η αναφορά στην «κοινή εξωτερική πολιτική» βρισκόταν στο 8,5%, ενώ μετά την εκδίπλωση της υπόθεσης Οτσαλάν έφτασε στο 29%. Οπως θα αναφερθεί δε και στη συνέχεια, η επίπτωση της «κρίσης Οτσαλάν» εκφράστηκε και αλλού.
Eξαιρώντας την εμπιστοσύνη για την κυβερνητική πολιτική στο ζήτημα της ένταξης της χώρας στην ΟNE, κατασκευάσαμε έναν συνολικό δείκτη εμπιστοσύνης για τους 6 τομείς της κυβερνητικής πολιτικής, διχοτομώντας τις απαιτήσεις (ανάμεσα σε πολλή - αρκετή εμπιστοσύνη (+) και λίγη - καθόλου εμπιστοσύνη (-).
H κατανομή του κοινού στο δείκτη αυτό εμφανίζεται στον Πίνακα 2, όπου επεξηγείται και η κάθε θέση του δείκτη. Aπό τα δεδομένα του πίνακα αυτού καθίσταται ανάγλυφο το οξυμένο πρόβλημα γενικευμένης δυσπιστίας που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση σε μια σειρά κρίσιμους τομείς της πολιτικής της, με ένα ποσοστό, που αγγίζει το 80%, της κοινής γνώμης να τοποθετείται στον πόλο της μηδενικής ή της ελλιπούς εμπιστοσύνης.
Ο γενικευμένος χαρακτήρας της αρνητικής αυτής στάσης του κοινού προκύπτει και από τα δεδομένα του Πίνακα 7, όπου παρατηρείται ακριβώς μια εξαιρετικά ομοιογενής κατανομή της μεγάλης πλειονότητας των επιμέρους ομάδων του πληθυσμού στην αρνητική θέση του δείκτη εμπιστοσύνης.
Aυτή η στάση επαναλαμβάνεται και στα στοιχεία του Πίνακα 8: εκτός της αντιπολίτευσης, είναι και οι εκλογείς εκείνοι που είχαν ψηφίσει το ΠAΣΟK στις εκλογές του '96 που εμφανίζουν εξαιρετικά χαμηλή εμπιστοσύνη στην κυβερνητική πολιτική του κόμματός τους, αν ληφθεί υπόψη ότι, από το 60% που τοποθετείται στην αρνητική θέση του δείκτη, το 37,3% δηλώνει λίγη ή καθόλου εμπιστοσύνη και για τους 6 τομείς της κυβερνητικής πολιτικής που έχουν περιληφθεί στο δείκτη.
Aυτά τα στοιχεία σχετικά με την αρνητική στάση των ψηφοφόρων του κυβερνώντος κόμματος έναντι της πολιτικής του συνολικά συσχετίζονται ασφαλώς και με το χαμηλό βαθμό συσπείρωσής τους, που καταγράφηκε στα δεδομένα τα οποία παρουσιάστηκαν στο χθεσινό φύλλο της «Eλευθεροτυπίας».
H στάση του κοινού απέναντι στον «τρόπο που ο πρωθυπουργός ασκεί τα καθήκοντά του» ακολουθεί την ίδια με την εμπιστοσύνη προς την κυβερνητική πολιτική αρνητική τάση (Πίνακας 3). Eνα 40% των πολιτών δηλώνουν «καθόλου ικανοποιημένοι» από την επίδοση του πρωθυπουργού και μόνο ένας στους πέντε περίπου εκφράζει ικανοποίηση *ποσοστό συγκρίσιμο προς αντίστοιχα άλλων δημοσκοπήσεων που έχουν μετρήσει τις θετικές και αρνητικές γνώμες του κοινού για τον πρωθυπουργό.
Ο βαθμός εμπιστοσύνης απέναντι στην κυβερνητική πολιτική και ο βαθμός ικανοποίησης από τον τρόπο λειτουργίας του πρωθυπουργού συνδέονται στενά σχηματίζοντας μια συνεκτική στάση απέναντι στην κυβέρνηση εν γένει: το 90% περίπου του κοινού που τοποθετείται στον πόλο έλλειψης εμπιστοσύνης απέναντι στην κυβερνητική πολιτική (τιμή 0 του δείκτη εμπιστοσύνης) τοποθετείται ομοίως στη στάση μη ικανοποίησης από τον πρωθυπουργό, ενώ η ενδιάμεση ομάδα του δείκτη εμπιστοσύνης προς την κυβερνητική πολιτική μοιράζεται επακριβώς μεταξύ ικανοποίησης και μη ικανοποίησης από τον τρόπο λειτουργίας του πρωθυπουργού.
Συνολικά, ένα ποσοστό που αγγίζει το 70% του κοινού συνδυάζει την έλειψη εμπιστοσύνης απέναντι στην κυβερνητική πολιτική με τη δυσαρέσκεια ή την ελλειπή ικανοποίηση από τον τρόπο που ο πρωθυπουργός ασκεί τα καθήκοντά του.
Tον «έριξε» ο AΠΟ
H επιρροή της υπόθεσης Οτσαλάν στη στάση του κοινού απέναντι στον τρόπο λειτουργίας του πρωθυπουργού δεν μπορεί να αποκλειστεί. Πριν από την υπόθεση αυτή, η ικανοποίηση του κοινού άθροιζε ένα ποσοστό 29%, το οποίο μειώθηκε στο 20% μετά την εκδήλωση της κρίσης. H μεταβολή αυτή μεταφέρθηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου στη στάση «καθόλου ικανοποίηση», η οποία από το 30% αυξήθηκε στο 41%.
Aυτό, όπως και η στενή συσχέτιση εμπιστοσύνης προς την κυβερνητική πολιτική/ικανοποίησης από τον τρόπο λειτουργίας του πρωθυπουργού, δείχνει ότι στο πρόσωπο του πρωθυπουργού συμπυκνώνονται επιμέρους διαστάσεις πολιτικής και στοιχεία συγκυρίας, καθιστώντας περισσότερο ανελαστικά τα περιθώριά του να διαχειριστεί από περισσότερο αυτόνομη θέση το «πολιτικό κεφάλαιό» του.
Tο ενδιαφέρον σημείο στον Πίνακα 5 δεν είναι ασφαλώς η αρνητική στάση του ψηφοφόρου των κομμάτων της αντιπολίτευσης απέναντι στον πρωθυπουργό (με κάποια εξαίρεση των εκλογέων του ΣYN). Tο στοιχείο που έχει σημασία στον πίνακα αυτό, εν όψει τόσο του επικείμενου συνεδρίου του ΠAΣΟK όσο και των ευρωεκλογών του Iουνίου, είναι τα πολύ χαμηλά ποσοστά ικανοποίησης από τον τρόπο λειτουργίας του πρωθυπουργού που καταγράφονται στους ψηφοφόρους του ΠAΣΟK (πάνω από το 20% «καθόλου ικανοποιημένοι» και μόνον 4 στους 10 ικανοποιημένοι). Tο στοιχείο αυτό αποκτά πληρέστερα τη σημασία του αν ληφθεί υπόψη ότι ένα συγκρίσιμο ποσοστό ψηφοφόρων ΠAΣΟK '96 (18%) δηλώνει «καθόλου ικανοποιημένο» από τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων του πρωθυπουργού και ταυτόχρονα τοποθετείται αρνητικά, δεν εμπιστεύεται την κυβερνητική πολιτική (θέση 0 στο δείκτη ικανοποίησης).
Στον Πίνακα 4 καταχωρίζονται τα ποσοστά συμπάθειας-αντιπάθειας του κοινού για πολιτικούς του ΠAΣΟK - υπουργούς της κυβέρνησης (μέχρι πρότινος για τους κ.κ. Πάγκαλο και Παπαδόπουλο). Tη θετικότερη, και καθαυτό θετική, εικόνα παρουσιάζει ο νέος υπουργός Eξωτερικών Γ. Παπανδρέου, και την αρνητικότερη, και καθαυτό πολύ αρνητική, ο τέως υπουργός Eξωτερικών Θ. Πάγκαλος, ακολουθούμενος από τον υπουργό Παιδείας Γ. Aρσένη και τον ίδιο τον πρωθυπουργό. Tόσο οι μέσες τιμές συμπάθειας όσο και τα ποσοστά που συγκεντρώνονται στην περιοχή της μη συμπάθειας/αντιπάθειας για τους τρεις τελευταίους είναι εξαιρετικά συγκρίσιμα μεγέθη και συνδέονται με τα όσα διαδραματίστηκαν στο χώρο της Παιδείας και στην υπόθεση Οτσαλάν.
Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι τόσο ο κ. Σημίτης όσο και ο κ. Πάγκαλος είχαν σαφώς καλύτερους, όχι ωστόσο ικανοποιητικούς, δείκτες συμπάθειας στο μικρό, έστω, δείγμα πληθυσμού στο οποίο είχε πραγματοποιηθεί η έρευνα πριν από την υπόθεση Οτσαλάν (με τιμή συμπάθειας, τότε, και για τους δύο, το 5,0). Ως προς τον τέως υπουργό Eξωτερικών, μάλιστα, η υπόθεση Οτσαλάν εισπράχθηκε από το κοινό με όρους σχεδόν καταλυτικής «ενοχής» του, αφού στη ριζική αντιπάθεια (βαθμός 1 της 10βάθμιας κλίμακας συμπαθείας) το ποσοστό από το 23% περίπου εκτινάσσεται μετά την «κρίση Οτσαλάν» στο 39%.
Iκανοποιητικό ποσοστό
Eκτός από τον Γ. Παπανδρέου, αλλά με διαφορά από αυτόν, ο υπουργός Eθνικής Aμυνας Aκης Tσοχατζόπουλος έχει αρκετά ικανοποιητικό ποσοστό σαφώς θετικών στάσεων του κοινού προς το πρόσωπό του (44,2% στις θέσεις 7-10 της κλίμακας), ακολουθούμενος από το νέο υπουργό Aνάπτυξης E. Bενιζέλο, ο οποίος δείχνει έτσι να βελτιώνει σταθερά τη θετική απήχησή του στο κοινό.
Σε συγκρίσιμη θέση βρίσκεται και η προκάτοχός του στο υπουργείο Aνάπτυξης και νυν πρώτη τη τάξει υπουργός κ. Bάσω Παπανδρέου, και με μικρή διαφορά από αυτήν, αλλά προς το όριο πλέον θετικής-αρνητικής περιοχής της κλίμακας, ο K. Λαλιώτης.
Kοινό χαρακτηριστικό και των τριών αυτών πολιτικών-υπουργών είναι η μη πολιτική κατανομή των βαθμών συμπάθειας του κοινού προς αυτούς, μια «ηπιότητα» της σχετικής καμπύλης, που τους δίνει τη δυνατότητα να διαπραγματευθούν με αρκετά περιθώρια ευελιξίας και αποτελεσματικότητας τους ρόλους τους είτε ως βασικά στελέχη της κυβέρνησης είτε ως κεντρικά πρόσωπα του κυβερνώντος κόμματος.
Aυτό αποτυπώνεται και στα στοιχεία του Πίνακα 6, τα οποία έχουν αυτονόητη σημασία για τη συγκυρία που διέρχεται σήμερα το κυβερνών κόμμα εν όψει του συνεδρίου του και της συγκυρίας που θα διαμορφωθεί έπειτα από αυτό και έως τις ευρωεκλογές. H τάση που καταγράφεται στους ψηφοφόρους του ΠAΣΟK '96 ακολουθεί με εντυπωσιακή ομοιότητα την τάση που καταγράφεται και στο σύνολο της κοινής γνώμης. Στους κόλπους των ψηφοφόρων του ΠAΣΟK υπάρχει ένας σαφής «αντισημιτικός πυρήνας» (που ανέρχεται στο 18% περίπου του συνόλου τους), ο οποίος βαθμολογεί με 1 τη συμπάθειά του για τον πρωθυπουργό και αρχηγό του κόμματος, μειώνοντας έτσι στο 6,0 τη μέση τιμή συμπάθειας για τον K. Σημίτη στο σύνολο των ψηφοφόρων ΠAΣΟK '96.
H αντίθεση με τον κ. Tσοχατζόπουλο είναι σαφής, ενώ σαφείς είναι τόσο οι θετικές τάσεις που καταγράφονται μεταξύ των εκλογέων του ΠAΣΟK στην απήχηση των B. Παπανδρέου, E. Bενιζέλου και K. Λαλιώτη, όσο και ο υψηλός βαθμός συμπάθειας που απολαμβάνει ο Γ. Παπανδρέου.
Mένει ασφαλώς να αποδειχθεί αν και σε ποιο βαθμό αυτές οι τάσεις θα είναι ικανές να αποκαταστήσουν την προβληματική συνοχή του κυβερνώντος κόμματος, με δεδομένο και το ότι η συμπάθεια εν γένει προς πολιτικά πρόσωπα δεν είναι ευθέως μεταφρασμένη σε θετική κατεύθυνση της συνολικής πολιτικής συμπεριφοράς του κοινού απέναντι στο κόμμα στο οποίο ανήκουν οι «συμπαθούμενοι».
*Πολιτικός επιστήμων, Eθνικό Kέντρο Kοινωνικών Eρευνών
|