|
Της ΜΑΤΟΥΛΑΣ ΚΟΥΣΤΕΝΗ
Tον γνωρίσαμε κυρίως από τις μουσικές του για ταινίες και παραστάσεις χορού. Εκείνος, όμως, αγάπησε τη χώρα μας μέσα από τις μελωδίες του Μάνου Χατζιδάκι, στον οποίο έχει αφιερώσει και έναν από τους δίσκους του: το «Ne m' oublie pas» («μη με ξεχνάς»).
Ο 42χρονος γάλλος συνθέτης Ρενέ Ομπρί, συμπληρώνοντας δέκα χρόνια στη δισκογραφία, αλλάζει πορεία. Κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες το νέο του δίσκο με τραγούδια «χωρίς λόγια», όπως λέει, αλλά «πιο ακουστικό, εσωστρεφή και τρυφερό». Τίτλος του «Plaisirs d'amour» («Απολαύσεις της αγάπης»).
«Η μουσική ήρθε πραγματικά από σύμπτωση στη ζωή μου. Στα 15 μου αποφάσισα να αγοράσω μια κιθάρα και κάποια βιβλία για αρχάριους, μόνο και μόνο για να δω πώς είναι να παίζεις ένα μουσικό όργανο» παραδέχεται μιλώντας από το τηλέφωνο.
Ο τελευταίος του δίσκος, ωστόσο, μόνο από σύμπτωση δεν έγινε. «Ζω ένα μεγάλο έρωτα, εξ ου και το ύφος του. Tώρα που καλόμαθα, για να ξαναδουλέψω για το σινεμά ή το θέατρο, πρέπει πριν να ερωτευτώ το έργο» λέει γελώντας.
Επιπλέον αποφασίζει για πρώτη φορά να πραγματοποιήσει ζωντανές εμφανίσεις, τρεις εκ των οποίων στην Ελλάδα: στις 24 Ιουνίου στο Αρχαίο Ωδείο της Πάτρας, την επομένη στο Λυκαβηττό και στις 26 στη Θεσσαλονίκη.
EP.: Γιατί διαλέξατε τη συγκεκριμένη στιγμή της καριέρας σας για ένα τόσο διαφορετικό άλμπουμ;
AΠ.: Πρώτον, βρήκα ελεύθερο χρόνο από το θεάτρο και το μπαλέτο. Κι έπειτα, η παρουσία ενός νέου προσώπου στη ζωή μου ήταν καταλυτική για να γράψω μόνο ερωτικά τραγούδια. Επίσης ήταν μια ευκαιρία να επιστρέψω στην κιθάρα, με την οποία είχα κάποια «προηγούμενα».
EP.: Είναι το αγαπημένο σας μουσικό όργανο;
AΠ.: Είναι αυτό που ξέρω καλύτερα. Το πρώτο μου άλμπουμ ήταν σχεδόν μόνο κιθάρα, όμως δεν είμαι και πολύ ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα.
EP.: Ενώ το τωρινό σάς ικανοποίησε;
AΠ.: Δεν μπορώ να καταλάβω αν είναι καλός ή κακός δίσκος ή αν απλώς αποτυπώνεται σε αυτόν η εμπειρία ετών. Ενα είναι σίγουρο· είναι διαφορετικός: ακουστικός, ρομαντικός, χαρούμενος και λάιτ -που εγώ δεν θεωρώ κακό.
Γράφοντας για μπαλέτο
EP.: Η πολυετής συνεργασία σας με θέατρα και μπαλέτα πιστεύετε ότι σας κράτησε μακριά από μια μεγαλύτερη προσωπική καριέρα;
AΠ.: Δεν νομίζω. Μου αρέσει να γράφω μουσική για κάποιον άλλον, γιατί η σύνθεση είναι τόσο μοναχική δουλειά, που πολλές φορές δεν αντέχεται. Η συναναστροφή και οι εντολές ενός μπαλέτου, ενός θιάσου με καθοδηγούν, μου δίνουν ιδέες, με εμπνέουν.
EP.: Προτιμάτε δηλαδή να ξεκινάτε με έτοιμες ιδέες.
AΠ.: Ναι, η συνεργασία με οδηγεί αυτομάτως στην καρδιά του θέματος, άρα και στο καλύτερο αποτέλεσμα. Οταν πάω να γράψω για τον εαυτό μου, είναι τόσα τα ερεθίσματα που χάνω τον προσανατολισμό.
Σαν τα αρώματα
EP.: Στο παρελθόν έχετε συνθέσει και αφιερώσει ένα δίσκο σας στο Μάνο Χατζιδάκι.
AΠ.: Γνώρισα τη μουσική του πριν από περίπου 15 χρόνια σε ένα ταξίδι στη Βενετία. Εκεί άκουσα την καλύτερη μουσική που κατά τη γνώμη μου έχει γραφτεί: τους «15 εσπερινούς». Από τότε αναζήτησα ό,τι είχε γράψει αυτός ο άνθρωπος, αλλά καταλαβαίνετε ότι στο εξωτερικό δεν έβρισκα αυτά που ήθελα. Γνωστοί και φίλοι έμαθαν για τη μανία μου και όποιος ταξίδευε στην Ελλάδα μου έφερνε και από κάτι. Αυτό που μου προσφέρει η μουσική του Χατζιδάκι όταν την ακούω είναι ό,τι ονειρεύομαι να δώσω κάποτε σε αυτούς που θα ακούν αυτά που γράφω: με πλημμυρίζει αισθήματα.
EP.: Τον συναντήσατε ποτέ;
AΠ.: Οχι, δυστυχώς δεν με έφερε ο δρόμος στην Ελλάδα όσο ζούσε. Ευτυχώς, όμως, έχει γράψει τόσο πολλά πράγματα που δεν έχω ακούσει ακόμα, που είναι σαν να τον γνωρίζω μέρα με τη μέρα.
EP.: Στην Ελλάδα κυκλοφορεί κατά καιρούς ανέκδοτο υλικό του.
AΠ.: Αλήθεια; Ακόμα; Εγώ, να φανταστείτε, πριν από κάνα μήνα κατάφερα να πάρω στα χέρια μου το «Σουίτ Μούβι» και το ακούω όλη μέρα.
EP.: Συμφωνείτε ότι τις τελευταίες δεκαετίες τα τραγούδια γίνονται πολύ γνωστότερα από τους δημιουργούς τους;
AΠ.: Βεβαίως. Και ειδικά όταν πρόκειται για μουσική κινηματογραφικών ταινιών. Πάρτε για παράδειγμα τον «Τιτανικό». Το εμπόριο κατάντησε τη μουσική σαν τα αρώματα. Το χειρότερο είναι ότι η σύγχρονη ορχηστρική μουσική που γίνεται ευρύτερα γνωστή είναι μόνο αυτή που συνδέεται με τον κινηματογράφο.
EP.: Στην Ελλάδα, ξέρετε, όλο και περισσότερος κόσμος ακούει ορχηστρική μουσική.
AΠ.: Νομίζω ότι παγκοσμίως όλο και περισσότερος κόσμος ασχολείται και μαθαίνει να γράφει και να παίζει μουσική. Οι κομπιούτερ ίσως να βοήθησαν. Ο κόσμος πιστεύει ότι πλέον είναι εύκολη υπόθεση να συνθέσεις. Να βάλεις τα μηχανήματα στην πρίζα, αντί να βάλεις το μυαλό σου να δουλέψει.
EP.: Μήπως, όμως, τέτοιες περιπτώσεις δεν υπάρχουν και στην έθνικ σκηνή;
AΠ.: Εκεί τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα, διότι η παραδοσιακή μουσική είναι οι μνήμες του κάθε πολιτισμού, άσχετα αν τελευταία πάνω σε παραδοσιακές συνταγές με την προσθήκη ηλεκτρονικών οργάνων ακούμε απίστευτα πράγματα. Στη χώρα σας είμαι σίγουρος ότι τα παραδοσιακά ακούσματα είναι ανεξάντλητα. Στη Γαλλία η έθνικ μουσική είναι καθαρά θέμα μόδας.
EP.: Πιστεύετε ότι θα διαρκέσει;
AΠ.: Η μουσική θα επιβιώσει, όπως τόσα χρόνια. Το ενδιαφέρον του κοινού, όμως, μάλλον δεν θα έχει διάρκεια, γιατί δεν αποδέχονται το αυθεντικό αλλά προσπαθούν να το προσαρμόσουν στα ακούσματα της μόδας.
EP.: Μιλήσατε προηγουμένως για συναυλίες. Γιατί δεν το αποφασίσατε νωρίτερα;
AΠ.: Πράγματι, πρώτη φορά στη ζωή μου ψάχνω μουσικούς που θα στελεχώσουν το συγκρότημά μου για εμφανίσεις στην Ευρώπη. Αργησα να το πάρω απόφαση, πρώτον γιατί είμαι πολύ δύσκολος και μοναχικός άνθρωπος για να κάνω συναυλίες, και δεύτερον γιατί οι μέχρι τώρα δουλειές μου για άλλες τέχνες δύσκολα μπορούν να γίνουν μια ενιαία παραγωγή. Η απόφασή μου για ζωντανές εμφανίσεις είναι ένας από τους κυριότερους λόγους για τους οποίους επέστρεψα στην ορχηστρική μουσική με τις «Απολαύσεις της αγάπης».
|