|
Tου ΜΩΥΣΗ ΛΙΤΣΗ
Το 1989, όταν κατέρρεε το τείχος του Βερολίνου, η Γιουγκοσλαβία θεωρείτο από πολλούς αναλυτές ως η χώρα που θα μπορούσε να ενταχθεί ταχύτερα από όλες τις χώρες του άλλοτε ανατολικού μπλοκ στην EΟK, με την οποία άλλωστε υπήρχε και συμφωνία σύνδεσης.
Το σχετικά φιλελεύθερο σοσιαλιστικό της οικονομικό μοντέλο και οι στενές οικονομικές σχέσεις που είχε με τη Γερμανία, την Ιταλία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, εθεωρούντο εχέγγυα, για τα πρώτα φιλελεύθερα βήματα, της ομόσπονδης γιουγκοσλαβικής δημοκρατίας.
Από τότε κύλησε, δυστυχώς, πολύ μπαρούτι στο αυλάκι των πρώην γιουγκοσλαβικών δημοκρατιών. Η απόσχιση των τεσσάρων δημοκρατιών από το Βελιγράδι (Σλοβενία, Κροατία, Βοσνία, Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας) δεν συνοδεύτηκε μόνο με αίμα και ανθρώπινες ζωές, αλλά και με σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις, που γύρισαν την κληρονόμο της πάλαι ποτέ Γιουγκοσλαβίας, της σημερινής νέας Γιουγκοσλαβίας (Σερβία, Μαυροβούνιο), πολλά χρόνια πίσω.
Οι πόλεμοι, το διεθνές οικονομικό εμπάργκο και οι απαρχαιωμένες οικονομικές δομές έχουν οδηγήσει μεγάλο μέρος του πληθυσμού της Γιουγκοσλαβίας στη ανέχεια και έχουν καταστήσει τη μαύρη αγορά κινητήρια δύναμη της οικονομίας.
Kάτω από τα όρια της φτώχειας
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Οικονομικού Ινστιτούτου του Βελιγραδίου, ο αριθμός των φτωχών έχει διπλασιαστεί από το 1990, με τα δύο τρίτα του πληθυσμού να ζουν κάτω από το όριο φτώχειας.
Η διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας και οι κυρώσεις των Ηνωμένων Εθνών προκάλεσαν μια μακρά περίοδο υπερπληθωρισμού, με τον πληθωρισμό να τρέχει με 60% την ημέρα, με αποτέλεσμα τα λιγοστά δηνάρια που διέθεταν οι Γιουγκοσλάβοι πολίτες να χάνουν καθημερινά την αξία τους. Η νομισματική μεταρρύθμιση του 1993 έδωσε τέλος στον υπερπληθωρισμό και από το 1995 και μετά ακολούθησε στη χώρα, μία περίοδος σχετικής οικονομικής σταθερότητας.
Ο πληθωρισμός για το 1997 εκτιμήθηκε σε 7%. Η επίσημη ισοτιμία του δηναρίου είναι 5, 85 ανά δολάριο (Δεκέμβριος 1997), στη μαύρη αγορά φτάνει τα 9 δηνάρια ανά δολάριο. Στις αρχές του 1995 το δολάριο είχε 2-3 δηνάρια.
Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ ανέρχεται σε 2.280 δολάρια, μόλις 60% πάνω από τα επίπεδα του 1989.
Το μεγάλο πρόβλημα είναι η ανεργία που, μετά την έλευση των προσφύγων, φτάνει το 50%. Το μεγαλύτερο μέρος των ανέργων έχει πάνω από τρία χρόνια να βρει δουλειά, ενώ μεγάλος είναι και ο αριθμός των υποαπασχολούμενων, καθώς πολλά εργοστάσια δουλεύουν τύποις, με μεροκάματα πείνας.
Η παραοικονομία θεωρείται ο βασικός τροφοδότης και υπολογίζεται σε περισσότερο από 40% του ΑΕΠ. Στην επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών έχει συμβάλει και ο μεγάλος αριθμός προσφύγων, κάπου 650.000 άτομα, που έχουν καταφύγει στη Γιουγκοσλαβία από τις σερβικές περιοχές της Κροατίας και της Βοσνίας κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Bιομηχανική
υποδομή
Οι συντάξεις ανέρχονται μόλις σε 100 δολάρια το μήνα (30.000 δρχ.). Η βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκε το 1997 κατά 8%. Παρά τις οικονομικές δυσχέρειες η Γιουγκοσλαβία διαθέτει σημαντική βιομηχανική υποδομή. Κατασκευάζει αυτοκίνητα, αεροπλάνα, όπλα και αγροτικά μηχανήματα. Διαθέτει ακόμη σημαντική μεταλλουργία και ορυχεία, μερικά από τα οποία βρίσκονται στη φλεγόμενη περιοχή του Κοσσυφοπεδίου.
Η μερική πάντως άρση των διεθνών οικονομικών κυρώσεων, η ειρήνη στη Βοσνία και κάποια φιλελεύθερα ανοίγματα του καθεστώτος Μιλόσεβιτς, μετά το 1997, είχαν δημιουργήσει ελπίδες για βελτίωση των οικονομικών μεγεθών της Γιουγκοσλαβίας και επανένταξή της στο απώτερο μέλλον στη διεθνή κοινότητα.
Bομβαρδίζουν
τον ΟTE... μας
Η ιδιωτικοποίηση μάλιστα του σερβικού «ΟΤΕ» και η πώληση του 49% στον ελληνικό ΟΤΕ και την ιταλική STET είχε χαρακτηριστεί, από τα διεθνή μέσα ενημέρωσης, ως το πρώτο αποφασιστικό βήμα της νέας Γιουγκοσλαβίας προς οικονομικές μεταρρυθμίσεις και υιοθέτηση της οικονομίας της αγοράς.
Οι NATΟϊκοί βομβαρδισμοί δεν απειλούν μόνο να πυροδοτήσουν και πάλι το μαλακό υπογάστριο της Ευρώπης, με απρόβλεπτες επιπτώσεις για τις γειτονικές χώρες, αλλά και να θρυμματίσουν τα όποια οικονομικά επιτεύγματα των τελευταίων ετών, κάνοντας ακόμη δυσκολότερη τη ζωή των χιλιάδων ανέργων, ξεσπιτωμένων και υποαπασχολουμένων, που πληρώνουν το τίμημα των όποιων στρατηγικών σχεδιασμών.
|