|
Tου Γ. AΓΓEΛH
Αντι 5 τρισεκκατομμυρίων δραχμών, η εγχώρια πολεμική βιομηχανία αναζητά μια «θέση» στην ευρωπαϊκή βιομηχανία όπλων, που ξυπνά από βαθύ λήθαργο.
Η κυοφορούμενη επιχείρηση συγκεντροποίησης και επέκτασης της ευρωπαϊκής βιομηχανίας όπλων, που προωθείται πλέον σε θεσμικό και οργανωτικό επίπεδο μετά την ενεργοποίηση του Συμφώνου του Αμστερνταμ, πυροδοτεί ανακατατάξεις και στο εξοπλιστικό πρόγραμμα της Ελλάδας για τα επόμενα χρόνια μέχρι το 2010.
Eπηρεάζει ακόμα τις επιλογές για τα σχέδια αναδιάρθρωσης του συμπλέγματος των ελληνικών κρατικών πολεμικών βιομηχανιών.
Στην «πρώτη κατηγορία» των αμυντικών βιομηχανιών «παίζει» πλέον μόνη της η ΕΑΒ (Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία) για την οποία η προοπτική είναι να αναζητηθεί «διεθνής συνεργασία» με άλλες ευρωπαϊκές εταιρείες και να αποτελέσει την «ελληνική συμμετοχή» στις διαδικασίες συγκεντροποίησης των ευρωπαϊκών πολεμικών βιομηχανιών που έχουν δρομολογηθεί την τελευταία περίοδο.
Η ένταξή της στις διαδικασίες αυτές θα γίνει σε συνάρτηση με τα αντισταθμιστικά ωφέλη από τις παραγγελίες των αμερικανικών και ευρωπαϊκών κυρίως αεροπλάνων (Eurofighter) που αποφάσισε πρόσφατα η κυβέρνηση.
Το παράδοξο εδώ είναι ότι αρμόδιο στέλεχος της κυβέρνησης που ρωτήθηκε σχετικά επέμεινε ότι έχει ήδη προσληφθεί ειδικός σύμβουλος με την ευθύνη του υπουργείου Εθνικής Αμυνας για να χειρισθεί το θέμα αυτό, ενώ από το συναρμόδιο -και με γενικότερες ευθύνες πάνω στο θέμα αυτό- υπ. Εθνικής Οικονομίας δηλώνουν πλήρη άγνοια για την πρόσληψη του ειδικού συμβούλου...
Οι υπόλοιποι
Στην «δεύτερη κατηγορία» παίζουν όλες οι υπόλοιπες βιομηχανίες όπλων όπως η ΠΥΡΚΑΛ, η ΕΒΟ, τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά κ.λπ. Για τις επιχειρήσεις αυτές έχει αρχίσει να μετράει «ανάποδα» ο χρόνος, καθώς εντός των επόμενων εβδομάδων αναμένεται να προωθηθεί η νομοθετική ρύθμιση η οποία θα επιτρέπει τις μετατάξεις του «πλεονάζοντος προσωπικού». Αμέσως μετά την ρύθμιση αυτή θα τεθεί σε ενέργεια ο σχεδιασμός για την συγχώνευση της ΠΥΡΚΑΛ και της ΕΒΟ στο πλαίσιο της συνολικής αναδιάρθρωσης και εξυγίανσης των βιομηχανιών της «δεύτερης κατηγορίας».
Η μόνη βιομηχανία από αυτές που έχει πιθανότητες να «ανέβει» κατηγορία είναι τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά, αλλά αυτό θα εξαρτηθεί από το αν θα κινηθεί τελικά το ευρωπαϊκό πρόγραμμα «Horizon» για την κατασκευή μιας φρεγάτας που θα αγοράσουν όλες οι χώρες της Ε.Ε.
Το πρόγραμμα αυτό, ανάλογο εκείνου που παράγει το «Eurofighter», επρόκειτο να οδηγήσει στη ναυπήγηση 22 πλοίων για μια συνολική δαπάνη ύψους 4.500 δισ. δρχ. και είχε προωθηθεί από τη Γαλλία, την Ιταλία και τη Βρετανία. Την τελευταία στιγμή όμως η Βρετανία, στο πλαίσιο των κινήσεών της για να αποκτήσει την πρωτοκαθεδρία της κοινής αμυντικής πολιτικής, ανέστειλε την υποστήριξή της στο πρόγραμμα με αποτέλεσμα αυτό να καρκινοβατεί.
Συνολικά, πάντως, όπως διευκρινίζει στέλεχος του υπουργείου Αμυνας, η αναζωπύρωση των συζητήσεων στην Ε.Ε. για την δημιουργία ενός ενιαίου αμυντικού σχεδιασμού θέτουν επί νέας βάσεως και τις προοπτικές τόσο του εξοπλιστικού προγράμματος όσο και της συμμετοχής της ΕΑΒ στις διαδικασίες αυτές.
Στελέχη του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης παραδέχονται ότι οι εξελίξεις αυτές στην Ε.Ε. δημιουργούν νέα δεδομένα για τις ελληνικές βιομηχανίες, παρά το ότι τόσο από άποψη μεγέθους όσο και από άποψη τεχνολογίας μόνο μέσω της ΕΑΒ είναι δυνατό να συμμετάσχει η Ελλάδα στις διεργασίες αυτές. Eτσι έχει αποφασιστεί να αναζητηθεί ξένος ευρωπαίος, κατά προτίμηση στρατηγικός επενδυτής.
Το «μέσο» για να ενταχθούν οι εγχώριες πολεμικές βιομηχανίες στα σχέδια δημιουργίας ενιαίων ευρωπαϊκών πολεμικών βιομηχανιών στα πρότυπα των αμερικανικών, είναι το εξαιρετικά υψηλό ελληνικό ποσοστό των δαπανών για εξοπλισμούς.
Aύξηση
Mέσα στην περίοοδο 2000-2004 οι δαπάνες θα είναι διπλάσιες από όσες έγιναν την περίοδο 1995-1999.
Συγκεκριμένα, στην περίοδο 1995-1999 δαπανήθηκαν 2.646 δισ. δρχ., ενώ την περίοδο 2000-2004 θα δαπανηθούν 5.062 δισ.δρχ. Το ποσό αυτό είναι πιθανό να αυξηθεί όταν θα συμπληρωθεί ο προγραμματισμός των εξοπλιστικών δαπανών και για τα τρία όπλα.
Μέσα στην επόμενη πενταετία προβλέπεται ότι οι δαπάνες για εξοπλισμούς θα κινούνται σε ετήσια βάση στο 2,5% του ΑΕΠ, επίπεδο αντίστοιχο με εκείνο που συνεισφέρει το Δημόσιο στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. |