|
Θ' αφήσουν το «μη χείρον» να κρίνει τις εκλογές;
TΟY ΓIΩPΓΟY KAPEΛIA
Εφτά «γεμάτους» μήνες έχουν μπροστά τους στην κυβέρνηση και στο ΠΑΣΟΚ για να αποδείξουν αν δικαιούνται να ζητήσουν ξανά από τον ελληνικό λαό να τους αφήσει στην ίδια θέση στις εκλογές της άνοιξης του 2000. Ο Κ. Σημίτης, όμως, έχει πολύ λιγότερο χρόνο για να δείξει αν μπορεί να κάνει πράξη την αποτελεσματικότητα, την οποία επαγγέλθηκε εξαρχής και την επανέλαβε αμέσως μετά τις δύο ατυχείς εκλογικές αναμετρήσεις, δείχνοντας ότι, τουλάχιστον σ' αυτό το σημείο, «έλαβε το μήνυμα».
Αν κρίνουμε από τις πρώτες κινήσεις μετά τις ευρωεκλογές που έκαναν τόσο ο Σημίτης όσο και άλλοι υψηλόβαθμοι κυβερνητικοί και κομματικοί αξιωματούχοι, οι πιθανότητες να πετύχουν το στόχο τους ή να παραδώσουν την κυβερνητική εξουσία είναι μοιρασμένες στην καλύτερη γι' αυτούς περίπτωση. Ας πάρουμε τα δείγματα ένα ένα
Οι προαναγγελθείσες φορολογικές ελαφρύνσεις, κυρίως στα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, αγγίζουν εκατομμύρια πολίτες, αρκεί στο τέλος να μην υπερισχύσουν κριτήρια κακομοιριάς που θα τις απονευρώσουν. Για παράδειγμα, είναι αυτόχρημα αστεία και ως σκέψη η προαναγγελία ότι θα αυξηθεί κατά δέκα χιλιάδες δραχμές η έκπτωση φόρου για κάθε παιδί, ώστε να φτάσει συνολικά στο... ιλιγγιώδες ποσόν των 30.000 δραχμών!
Είναι ν' απορεί κανείς με την έλλειψη κοινού νου που επιδεικνύουν ορισμένοι. Και καλά οι μανδαρίνοι, αλλά και οι υπουργοί που θα έπρεπε να γνωρίζουν πόσο προκλητικές φαντάζουν τέτοιες μίζερες εξαγγελίες; Και επειδή η φορολογία είναι το σπουδαιότερο όπλο που έχει στα χέρια της μια κυβέρνηση, η οποία θέλει να κάνει μια στοιχειώδη αναδιανομή των εισοδημάτων, ο κ. Σημίτης θα έχει μια πρώτης τάξεως ευκαιρία όταν θα εγκρίνει το φορολογικό πακέτο.
Η απόφαση του πρωθυπουργού, αν γίνει τελεσίδικη, να μην επιφέρει καμιά αλλαγή στο κυβερνητικό σχήμα μπορεί να αποδειχθεί μεγάλο λάθος. Μπορεί το επιχείρημα ότι «οι ανασχηματισμοί δεν λύνουν τα προβλήματα» να είναι εκ πρώτης όψεως σωστό (και ελάχιστοι πολίτες σκοτίζονται για το αν θα είναι ο «άλφα» στη θέση του «βήτα»), αλλά υπάρχει και η άλλη όψη. Είναι κάτι περισσότερο από προφανές ότι κάποιοι υπουργοί απέτυχαν στον τομέα που τους ανατέθηκε. Και όσοι αποτυγχάνουν πρέπει να αντικαθίστανται.
Μπορεί να είναι βάσιμος ο φόβος του κ. Σημίτη ότι οι νέοι υπουργοί δεν θα προλάβουν να ενημερωθούν ή δεν θα αποδειχθούν καλύτεροι, αλλά είναι εξίσου βάσιμος ο φόβος ότι η λογική αυτή οδηγεί στην αποτελμάτωση. Μπορεί να ήταν «άκομψος» ο τρόπος που το ζήτησαν διάφοροι πρωτοκλασάτοι υπουργοί (και για τους δικούς τους στενά προσωπικούς λόγους), αλλά αυτό δεν είναι δυνατό ν' αποτελεί για τον πρωθυπουργό πρόσχημα για ν' αποφεύγει την ουσία. Στο κάτω κάτω τώρα που παρήλθε η περίοδος των πιέσεων, μπορεί να αποφασίσει και να δράσει αυτοβούλως.
Οι νέες απόπειρες «αναγέννησης» και «ανασυγκρότησης» του ΠΑΣΟΚ, στις οποίες με ιδιαίτερη έμφαση έχει αναφερθεί και ο κ. Σημίτης πολλές φορές, πολύ φοβούμαστε ότι μπορεί να αποτελέσουν αποπροσανατολιστικό άλλοθι για να αποφύγουν αρκετοί στην κυβέρνηση και στο ΠΑΣΟΚ να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Είναι αλήθεια ότι στην αρχή της εκλογής του, ο κ. Σημίτης αντιμετώπισε ένα εχθρικό κόμμα. Αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε να κερδίσει απανωτές αναμετρήσεις. Αντίθετα, στην πορεία υπέστη δύο εκλογικές ήττες, μολονότι είχε μαζί του την κομματική πλειοψηφία.
Τι δείχνει αυτό το γεγονός; Οτι οι κομματικοί μηχανισμοί βρίσκονται σε απόλυτη αναντιστοιχία με τις ανάγκες των κοινωνικών στρωμάτων. Αλλωστε, είναι κοινό μυστικό ότι η οργάνωση του ΠAΣΟK δεν διαπνέεται πλέον ούτε κατ' ελάχιστον από τον ενθουσιασμό των πρώτων δεκαετιών της ύπαρξής της και έχει καταντήσει ένας μηχανισμός που ενδιαφέρεται, σχεδόν αποκλειστικά, για τη νομή της εξουσίας. Επομένως, ανασυγκρότηση δεν γίνεται σε εφτά μήνες, και μάλιστα εκλογικούς. Φυσικά, δεν είναι ανασυγκρότηση η επιστροφή διαφόρων προσώπων που είχαν εγκαταλείψει το ΠΑΣΟΚ σε άλλες εποχές και περιπλανήθηκαν σε διάφορους χώρους. Εξυπηρετούν καθαρά εκλογικές σκοπιμότητες.
Τα σχεδόν είκοσι χρόνια που βρίσκεται στην εξουσία έχουν προσδώσει στο ΠΑΣΟΚ χαρακτηριστικά καθεστωτικού κόμματος. Ετσι μοιραία η προσεχής εκλογική αναμέτρηση θα κριθεί με αρνητικά κριτήρια. Οι ψηφοφόροι θα κληθούν πιθανότατα να ψηφίσουν για «το μη χείρον». Το έδειξαν και οι ευρωεκλογές. Αποδοκιμάστηκε μεν η πολιτική του ΠΑΣΟΚ από έναν ικανό ποσοστό οπαδών του, αλλά απ' αυτούς η Ν.Δ. «εισέπραξε» ελάχιστους. Επιπλέον, το εν δυνάμει κόμμα εξουσίας δεν κατάφερε να συγκεντρώσει, υπό τις πλέον ευνοϊκές συνθήκες, το ποσοστό που συγκέντρωσε υπό τον προηγούμενο αρχηγό Μιλτ. Εβερτ, στις εκλογές του 1996. Το επιχείρημα ότι είχαμε ευρωεκλογές δεν είναι επαρκές, καθώς ουδέποτε πρώτο κόμμα σε ευρωεκλογές έπεσε σ' αυτό το χαμηλό ποσοστό.
Ολα αυτά πιστοποιούν ότι οι προσεχείς εθνικές εκλογές θα κριθούν με κριτήριο «το μη χείρον». Αυτό αποτελεί, ταυτόχρονα, πλεονέκτημα και μειονέκτημα για τον κ. Σημίτη. Πλεονέκτημα διότι το σημερινό ΠΑΣΟΚ μπορεί να απευθυνθεί σε ευρύτερο πολιτικό και κοινωνικό χώρο απ' ό,τι η Ν.Δ. και ο ίδιος ο κ. Σημίτης υπερτερεί του αρχηγού της σ' αυτό το σημείο. Επιπλέον, έχει την ευκαιρία, βελτιώνοντας σε συγκεκριμένα σημεία το έργο της κυβέρνησής του, να ελπίζει σε επανάκαμψη των διαμαρτυρηθέντων στις ευρωεκλογές.
Ομως, αυτό το θεωρητικό πλεονέκτημα μπορεί να γίνει μεγάλο μειονέκτημα αν συνεχιστεί η διαφαινόμενη τάση μεγάλων στρωμάτων ψηφοφόρων να θεωρούν και τα δύο μεγάλα κόμματα το ίδιο κακά. Και αυτό, φυσικά, ωφελεί περισσότερο ένα κόμμα της αντιπολίτευσης, καθώς θα έχει οπωσδήποτε μικρότερες απώλειες, από το κυβερνητικό, στο οποίο χρεώνονται περισσότερο τα λάθη, οι ανεπάρκειες και συνολικά η αποστροφή.
Κάπως έτσι θα πορευθούμε μέχρι τις εθνικές εκλογές της άνοιξης του 2000, δηλαδή μέσα σε ένα σκηνικό καθόλου ενθαρρυντικό για την πολιτική ζωή συνολικά. Τυχόν μετατόπιση μεγάλου μέρους ψηφοφόρων προς μικρότερα κόμματα θα μπορούσε να αποδειχθεί ευεργετική, αν υπήρχαν οι προϋποθέσεις για κυβερνήσεις συνεργασίας. Δυστυχώς δεν υπάρχουν και τυχόν αλλαγή του εκλογικού νόμου αυτή τη στιγμή μπορεί να οδηγήσει σε τραγελαφικές καταστάσεις.
Μοιραία, λοιπόν, η επιλογή θα είναι και πάλι μεταξύ των «δύο μονομάχων», για να θυμηθούμε και μια παλιά έκφραση των κομμάτων της κοινοβουλευτικής Αριστεράς. Μόνο που το ΠΑΣΟΚ θα μπορούσε από τώρα να δεσμευθεί ότι, αν κερδίσει ξανά τις εκλογές, θα αλλάξει τον εκλογικό νόμο φροντίζοντας όμως εγκαίρως να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για κυβερνήσεις συνεργασίας. Αυτό που δεν μπορεί να γίνει σήμερα, να προετοιμαστεί για αύριο. Θα είναι μια καθαρή και έντιμη απόφαση, η οποία μπορεί να αποδειχθεί και επωφελής για τον τόπο.
|