|
του ΓIANNH AΓΓEΛH
Ο
Γιάννος Παπαντωνίου διευκρίνισε ότι δεν συζητήθηκε ως θέμα στην ατζέντα της συνόδου η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, καθώς δεν παραβρισκόταν ο νέος επίτροπος, αρμόδιος για δημοσιονομικά θέματα, αλλά ο προκάτοχός του Iβ Τιμπό ντε Σιλγκί, όμως οι παρατηρήσεις των συναδέλφων του ήταν κολακευτικές για τα αποτελέσματα των δύο τελευταίων ετών.
2οι πίσω μόνο
από την Iρλανδία
Η Ελλάδα, τόνισε ο υπουργός, θα είναι η δεύτερη σε αύξηση του ΑΕΠ χώρα της Ε.Ε. το 2000, με ρυθμό ανάπτυξης που θα είναι 3, 7%, ήτοι με έναν ρυθμό που θα υπολείπεται μόνο της Ιρλανδίας. Χαρακτήρισε μάλιστα το 3, 7% έναν συντηρητικό στόχο, ενώ όσον αφορά το έλλειμμα θα έχει το 3ο ή το 4ο καλύτερο σ' ολόκληρη την Ε.Ε. Παράλληλα, ο υπουργός τόνισε ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να κάνει χρήση των δυνατοτήτων που παρέχει το Σύμφωνο για μια διασταλτική ερμηνεία των κριτηρίων σε περίπτωση έκτακτων καταστάσεων, «αλλά θα μπει στην ΟΝΕ με το σπαθί της...».
Τέλος, επιβεβαίωσε ότι τόσο το Ecofin όσο και το Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων έχουν αναλάβει να απαντήσουν άμεσα στο αίτημα της Ελλάδας για οικονομική βοήθεια, προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα των σεισμοπλήκτων. Η απάντηση, όπως σημείωσε, θα είναι θετική, όπως τον διαβεβαίωσαν οι συνάδελφοί του, και η σχετική χρηματοδότηση θα προέλθει από γραμμές χρηματοδότησης της Ε.Ε., από το Ταμείο του Συμβουλίου της Ευρώπης, την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και από την Παγκόσμια Τράπεζα. Οσο για τα θέματα φορολογικής εναρμόνισης, ο υπουργός Eθνικής Οικονομίας επιβεβαίωσε ότι υπάρχει πρόβλημα στην πρόταση της Επιτροπής για φορολόγηση των ομολόγων -για τους «μη κατοίκους» επενδυτές- λόγω της άρνησης της Βρετανίας να τη δεχτεί. Η θέση της ελληνικής κυβέρνησης, δήλωσε ο υπουργός, είναι προς την πλευρά της Βρετανίας και η «λύση» στην οποία φαίνεται ότι θα κινηθεί το Ecofin μέχρι το Δεκέμβριο είναι η απαλλαγή των παλιών εκδόσεων ομολόγων από τη φορολόγηση και η αποδοχή μιας συμβιβαστικής λύσης για τη φορολόγηση των νέων εκδόσεων.
Mοχλός ανάπτυξης
ο Nότος
Στο Ecofin οι υπουργοί Οικονομικών εξέτασαν την πορεία της ευρωπαϊκής οικονομίας και συμφώνησαν ότι αναμένεται βελτίωση με «μοχλό» τις οικονομίες της Γαλλίας, της Ισπανίας αλλά και της Ιταλίας, η οποία εκτιμάται ότι θα αρχίσει να αυξάνει τους ρυθμούς επέκτασής της από το τέλος του 1999. Οι νέες προβλέψεις για τις οικονομίες της Ε.Ε. είναι 2, 2% για το τρέχον έτος και 2, 7% για το επόμενο έτος. Το μεγαλύτερο πρόβλημα εμφανίζεται στη γερμανική οικονομία, η οποία εξακολουθεί να «φρενάρει» και να κινείται στα επίπεδα του 1, 5% για το 1999. Αρνητική ήταν και η εικόνα από τα στοιχεία της Eurostat, που δόθηκε στη δημοσιότητα χθες, όσον αφορά το ρυθμό ανάπτυξης το δεύτερο τρίμηνο του 1999. Συγκεκριμένα, όπως ανακοινώθηκε, το δεύτερο τρίμηνο ο ρυθμός ανάπτυξης ήταν μόλις 0, 3% έναντι πρόβλεψης για 0, 4%, ενώ παράλληλα αναθεωρήθηκε προς τα κάτω και η ανάπτυξη του πρώτου τριμήνου από 0, 5% σε 0, 4%. Η Eurostat αποδίδει την επιβράδυνση αυτή σε μια μείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης και των επενδύσεων στο χρονικό διάστημα μεταξύ Απριλίου και Ιουνίου.
Οι επενδύσεις αυξήθηκαν μόλις 0, 1% έναντι αύξησης 2, 5% στο πρώτο τρίμηνο, ενώ η ιδιωτική κατανάλωση αυξήθηκε κατά 0, 1% έναντι 0, 7% το προηγούμενο τρίμηνο.
Θετικές μόνον
οι εξαγωγές
Απέναντι στις εξελίξεις αυτές, οι οποίες χαρακτηρίζονται απογοητευτικές, υπάρχει και μια «θετική» εξέλιξη, η οποία αφορά τις εξαγωγές. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, οι εξαγωγές της Ε.Ε. στο δεύτερο τρίμηνο αυξήθηκαν κατά 1, 7% έναντι αύξησης 0, 1% το πρώτο τρίμηνο.
Παρ' όλα αυτά, οι αγορές φαίνεται να προεξοφλούν, όπως και οι υπουργοί Οικονομικών, την αναθέρμανση των ευρωπαϊκών οικονομιών από το τελευταίο τρίμηνο του τρέχοντος έτους και το 2000.
|