|
της ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΚΟΡΑΗ
Μ
ετά τους 16 Ελληνες και Τούρκους που κατέθεσαν τις απόψεις τους στο φύλλο της 15/9, ακόμη 10 προσωπικότητες -πολιτικοί και ανταποκριτές τουρκικών μέσων ενημέρωσης - σχολιάζουν σήμερα την πρόταση της «Ε», Ελλάδα και Τουρκία, μετά την προσέγγιση των λαών στους σεισμούς, να υπογράψουν ένα σύμφωνο μη επιθέσεως με παράλληλη μείωση των εξοπλισμών, προκειμένου τα ποσά που θ' απελευθερωθούν να διατεθούν στις σεισμόπληκτες περιοχές κατ' αρχάς και στη συνέχεια σε έργα ανάπτυξης.
Οι πολιτικοί αρχηγοί Δημήτρης Τσοβόλας, Αντώνης Σαμαράς και Στέφανος Μάνος, ο πρώην πρωθυπουργός Γεώργιος Ράλλης, ο τέως πρόεδρος της Ν.Δ. Μιλτιάδης Εβερτ, η Ντόρα Μπακογιάννη, ο Γιώργος Ρωμαίος και ο Στέλιος Παπαθεμελής υποστηρίζουν την υπογραφή μιας τέτοιας συμφωνίας, παρά τις επιφυλάξεις τους, ή κάνουν τις δικές τους προτάσεις, οι οποίες όμως και αυτές έχουν στόχο τους την πολιτική -μετά τη λαϊκή- προσέγγιση των δύο χωρών.
Πιο προωθημένοι στις απόψεις τους είναι ο Αντνάν Τσαγλαγιάν, διευθυντής του Γραφείου Αθήνας του πρακτορείου «Ανατολή» και ο Στέλιος Μπερμπεράκης, ανταποκριτής της τουρκικής εφημερίδας «Sabah» και του τηλεοπτικού σταθμού «ATV», οι οποίοι θεωρούν ότι «πιο αποτελεσματικές μπορούν να είναι οι πρωτοβουλίες των λαών και των δημοσιογράφων παρά των πολιτικών και των κυβερνήσεων».
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΡΑΛΛΗΣ, πρώην πρωθυπουργός:
Aς αρχίσουμε από τη μείωση εξοπλισμών
«Η πρόταση της "Ε" είναι πολύ ενδιαφέρουσα, αλλά είναι λιγάκι δύσκολο να εφαρμοστεί στην πράξη. Για να συμβεί αυτό θα πρέπει να συναινέσει το στρατιωτικό κατεστημένο της Τουρκίας. Κι όπως γνωρίζετε, οι Τούρκοι στρατιωτικοί δεν έχουν την ευρύτητα του πνεύματος των στρατιωτικών άλλων χωρών. Υποψιάζονται τους πάντες και βεβαίως την Ελλάδα.
Αν μπορούσε να προηγηθεί μία συμφωνία μείωσης των εξοπλισμών μεταξύ των δύο χωρών θα ήταν μια ανακούφιση και για την Ελλάδα, αλλά κυρίως για την Τουρκία, της οποίας η οικονομία δέχτηκε ισχυρότερα πλήγματα από τους σεισμούς.
Το Σύμφωνο μη επιθέσεως εντάσσεται στο πλαίσιο μιας γενικότερης συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Κι αν αυτή προχωρήσει, τότε δεν χρειάζεται να υπογραφεί, διότι θα έχουν γίνει άλλα βήματα προσέγγισης, πιο σημαντικά και ουσιαστικά».
ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΕΒΕΡΤ, τέως πρόεδρος της ΝΔ:
Tο Σύμφωνο είναι θέση μου εδώ και 12 χρόνια
«Επαναφέρω την πρόταση μου, που διατύπωσα στο κεφάλαιο «Οι σχέσεις μας με την Τουρκία" του βιβλίου μου "Ο κόσμος που έρχεται - Ο ρόλος της Ελλάδας στο Διεθνές Περιβάλλον" (1997), και την οποία υποστηρίζω εδώ και 12 χρόνια. Εγραψα, λοιπόν, ότι αυτό που θα μπορούσε να εξεταστεί έως ότου ωριμάσουν οι συνθήκες στην Τουρκία για μια προσέγγιση με την Ελλάδα, είναι η υπογραφή ενός ελληνοτουρκικού Συμφώνου μη επιθέσεως, χωρίς τις αόριστες -και συνεπώς επικίνδυνες- διατυπώσεις της Μαδρίτης, και το οποίο να συνδυάζεται με τη Συμφωνία Παπούλια-Γιλμάζ της Βουλιαγμένης. Ταυτόχρονα θα μπορούσε, ενδεχομένως, να αναπτυχθεί διάλογος για ευρύτερα οικονομικά θέματα. Και αυτό μπορεί να βοηθήσει την Τουρκία να αντιληφθεί ότι η δημιουργία προβλημάτων στο Αιγαίο και η κατοχή της Κύπρου, μόνο μειονεκτήματα της προσφέρουν. Προφανώς, όμως, μπορεί να το αντιληφθεί αυτό καλύτερα εάν και όταν ξεκαθαρίσει την πολιτική και κοινωνική κρίση που τη μαστίζει.
Οφείλουμε να προβληματίσουμε την τουρκική ηγεσία και να εξετάσουμε από τώρα τα κοινά συμφέροντα που μπορεί να γίνουν σπουδαιότερα με τα νέα δεδομένα του 21ου αιώνα.
Παρά τις δυσάρεστες ιστορικές και πολιτικές διαπιστώσεις, η Ελλάδα δεν εναντιώνεται στον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της Τουρκίας. Η Ελλάδα οφείλει να ενισχύσει όσο το δυνατόν περισσότερο εκείνους τους παράγοντες της τουρκικής κοινωνίας που επιδιώκουν το δυτικό προσανατολισμό της χώρας. Εχει κάθε λόγο να στηρίζει την ευρωπαϊκή προοπτική της και το τμήμα της τουρκικής κοινωνίας που προσανατολίζεται δυτικόστροφα και αντιστρατεύεται το θεοκρατικό σύστημα. Ο ευρωπαϊκός ωστόσο προσανατολισμός προϋποθέτει πραγματική δημοκρατία, σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του Διεθνούς Δικαίου και των Διεθνών Συνθηκών. Και όλα τούτα τα βασικά και απαραίτητα πολιτικά στοιχεία δεν υπάρχουν στη γείτονα. Οπως, επίσης, δεν υπάρχουν και τα αναγκαία για την ένταξή της στην Ε.Ε. οικονομικά κριτήρια».
ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΩΜΑΙΟΣ, βουλευτής ΠAΣΟK:
Προσέγγιση χωρίς
«μεσολαβητές»
«Ασφαλώς και πρέπει να αξιοποιηθεί πολιτικά και από τις δύο πλευρές το φιλικό κλίμα το οποίο αναδείχθηκε εντυπωσιακά από τα ερείπια των τραγικών σεισμών. Οι λαοί δείχνουν το δρόμο της ειρηνικής συνύπαρξης, αλλά είναι και πολλά τα προβλήματα τα οποία ναρκοθετούν τη μετάβαση από τον "κεραυνοβόλο έρωτα" σε "βιώσιμο γάμο".
Αυτές οι επιφυλάξεις δεν αναιρούν την αξία της πρότασης της "Ε". Είναι καιρός οι ηγεσίες των δύο χωρών να προχωρήσουν την προσέγγιση, χωρίς "μεσολαβητές", μικρούς ή μεγάλους, καλοπροαίρετους ή μη. Η Iστορία διδάσκει ότι σπανίζουν οι μεσολαβητές οι οποίοι κινούνται από αγαθές προθέσεις. Τα δικά τους συμφέροντα εξυπηρετούν, είτε σε βάρος τού ενός ή και των δύο "αντιδίκων".
Η πρόταση της "Ε" για σύμφωνο μη επιθέσεως και μείωση των εξοπλισμών είναι, ίσως, προχωρημένη, αλλά όχι και ουτοπική. Ισως να είναι περισσότερο ρεαλιστικό, άρα και άμεσα εφικτό, να ξεκινήσουμε από τη μείωση των εξοπλισμών και την αξιοποίηση των ποσών που θα εξοικονομηθούν σε αναπτυξιακά έργα και μάλιστα σε παραμεθόριες περιοχές. Θα είναι ένα βήμα για να έρθουν οι λαοί πιο κοντά και να εδραιωθεί το κλίμα για το επόμενο βήμα, που θα είναι το σύμφωνο μη επιθέσεως».
ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΘΕΜΕΛΗΣ, βουλευτής ΠΑΣΟΚ:
Σύμφωνο
αμοιβαίας
αποτροπής
«Ας μιλήσουμε έξω από τη πληθωριστική συναισθηματική φόρτιση των ημερών.
Η νέα Τουρκία από το 1923 ώς σήμερα έχει υπογράψει αλλεπάλληλα σύμφωνα διμερή ή πολυμερή με την Ελλάδα (Συνθήκη Λωζάννης, Σύμφωνο 1930 κ.ά.). Με την Τουρκία δεν έχουμε έλλειμμα συμφώνων, έχουμε τραγικό έλλειμμα σεβασμού εκ μέρους της των συμφώνων που υπογράφει. Κατά συνέπεια, ένα καινούργιο σύμφωνο φιλίας κ.λπ. δεν έχει καμιάν απολύτως χρησιμότητα για μας.
H Τουρκία επετέθη και εξακολουθεί να επιτίθεται, έργω και λόγω εναντίον μας. Εμείς δεν ασκήσαμε ουδέποτε επιθετική πολιτική εναντίον της. Αρα, αν επί του προκειμένου πρέπει να υπάρξει κάτι, αυτό είναι μια μονομερής τουρκική δήλωση, εμπράκτως επαληθευόμενη, περί μη επιθέσεως.
Αυτό που νομίζω ότι θα ήταν ωστόσο χρήσιμο είναι ένα σύμφωνο αμοιβαίας αποτροπής, του τύπου SALT 1 μεταξύ ΗΠΑ- ΕΣΣΔ της δεκαετίας του '70. Σ' αυτήν την περίπτωση, ένα μικτό Σώμα από Ελληνες και Τούρκους εμπειρογνώμονες θα ήλεγχε την αμοιβαίως εξουδετερούμενη αποτρεπτική οπλική ισχύ των δύο χωρών με στόχο, αφ' ενός την αποκατάστασή τους στο προσήκον μέτρο (η Ελλάδα άφησε την τρέχουσα δεκαετία να ανατραπεί η ισορροπία υπέρ της Τουρκίας και έχει σοβαρά κενά που πρέπει να συμπληρωθούν, εκτός αν δραστικά αφαιρεθούν από την Τουρκία) και αφ' ετέρου τη σταδιακή της μείωση».
ΝΤΟΡΑ ΜΠΑΚΟΓΙΑΝΝΗ, βουλευτής Ν.Δ.:
Συμβάλλει
σημαντικά
«Είμαι θετική απέναντι στην πρόταση της "Ε" και θεωρώ ότι συμβάλλει σημαντικά στο κρίσιμο πεδίο της διάνοιξης μόνιμων και σταθερών διαύλων επικοινωνίας μεταξύ της ελληνικής και της τουρκικής κοινωνίας. Εχω δημόσια διατυπώσει την άποψη ότι η Ελλάδα θα έχει ουσιαστικό όφελος αν σ' επίπεδο πολιτών αναπτυχθούν πρωτοβουλίες οι οποίες θα βοηθήσουν στην προσέγγιση της Τουρκίας με τη σύγχρονη ευρωπαϊκή πολιτική, κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα.
Η υπόθεση του συμφώνου φιλίας μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας έφτασε πολύ κοντά σ' επιτυχή κατάληξη, την περίοδο των συναντήσεων Μητσοτάκη-Ντεμιρέλ. Ενα τέτοιο σύμφωνο, για να έχει ισχύ πρέπει να είναι ένα πλαίσιο γενικών αρχών το οποίο θα στηρίζεται σε τρεις άξονες: στο σεβασμό της εδαφικής ακεραιότητας των δύο χωρών και των διεθνών συμβάσεων που έχουν υπογράψει και στο σεβασμό των αρχών και των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου. Αυτό το πλαίσιο γενικών αρχών είχε για πρώτη φορά συμφωνηθεί και είχε γίνει αποδεκτό ως "πακέτο" από τους Τούρκους κατά τις συζητήσεις Μητσοτάκη-Ντεμιρέλ.
Σήμερα αυτό μπορεί ν' αποτελέσει ένα βήμα ουσίας, που αν γίνει αποδεκτό από την Τουρκία μπορεί να εκφράσει μια νέα πολιτική τόσο για το Kυπριακό όσο και για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις».
ΑΡΧΗΓΟΙ
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΟΒΟΛΑΣ, πρόεδρος ΔΗΚΚΙ
Mεγάλος ο δρόμος που πρέπει να διανυθεί
«Το συναίσθημα λέει "ναι". Τα διδάγματα, όμως, της εμπειρίας συνιστούν έντονη επιφυλακτικότητα και αυτοσυγκράτηση. Πράγματι, τραγικές συγκυρίες συνέβαλαν στην προσέγγιση των δύο λαών, που έγινε στη βάση των αρχών του ανθρωπισμού και της αλληλεγγύης.
Σπάνια, όμως, η λαϊκή βούληση και ο ανθρωπισμός καθορίζουν ή επιβάλλουν πολιτικές ιδιαίτερα στο πλέγμα των διεθνών σχέσεων.
Η ειρηνική συνύπαρξη και η συνεργασία μεταξύ των δύο λαών θα ήταν ευχής έργο. Το ίδιο και ο αμοιβαίος περιορισμός των εξοπλισμών, προκειμένου τα εξοικονομούμενα κονδύλια να διατίθενται για την ανάπτυξη και την ευημερία τους. Αλλά μεταξύ του ευκταίου και της μετουσίωσής του σε πράξη υπάρχει τεράστια απόσταση που πρέπει να διανυθεί.
Αλήθεια, μπορούμε να ξεχάσουμε μονομιάς την ύπαρξη των τουρκικών διεκδικήσεων στο Αιγαίο; Την προκλητική θέση περί casus belli, σε περίπτωση που η Ελλάδα ασκήσει το αναφαίρετο δικαίωμά της για επέκταση των χωρικών της υδάτων στα 12 μίλια; Την κατοχή του 40% του κυπριακού εδάφους; Τη γενοκτονία των Κούρδων; Την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων;
Αποδοχή της πρότασης εκ μέρους της Τουρκίας σημαίνει δεσμευτική παραίτηση από τις διεκδικήσεις της σε βάρος της Ελλάδας, αλλαγή της στάσης της στο Kυπριακό, ταχείες διαδικασίες εκδημοκρατισμού της.
Εως τώρα, οι στρατοκράτες της Αγκυρας, που καθορίζουν και ελέγχουν την εξωτερική πολιτική της Τουρκίας, δεν έχουν δώσει έμπρακτα δείγματα καλής θέλησης και φερεγγυότητας. Αλλωστε, το ίδιο καθεστώς δεν είχε απορρίψει ανάλογη πρόταση του αείμνηστου Κ. Καραμανλή, με το επιχείρημα ότι μεταξύ φίλων και συμμάχων δεν νοείται σύμφωνο μη επίθεσης, αλλά απαιτείται διάλογος εφ' όλης της ύλης; 'Η μήπως σεβάστηκε την -απαράδεκτη για μας- πολιτική συμφωνία της Μαδρίτης και δεν παρερμήνευσε τη ματαίωση της εγκατάστασης των S-300 στην Κύπρο αυξάνοντας την επιθετικότητά του;
Τα ιστορικά, λοιπόν, προηγούμενα οδηγούν σε πλήρη αμφισβήτηση υποτιθέμενων καλών προθέσεων των στρατοκρατών ακόμη και στο ενδεχόμενο υπογραφής ενός συμφώνου μη επίθεσης, το οποίο θα χρησιμοποιήσουν ως μοχλό άρσης των αντιρρήσεων της διεθνούς κοινής γνώμης για την ακολουθούμενη επιθετική πολιτική τους, με τη στήριξη των μεγάλων δυνάμεων της Δύσης.
Η Ελλάδα δεν πρέπει να τους προσφέρει νομιμοποιητικά παραστατικά. Το απαιτούν οι νεκροί και οι αγνοούμενοι της Κύπρου. Οι Τούρκοι και οι Κούρδοι πολιτικοί κρατούμενοι».
ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΑΜΑΡΑΣ, πρόεδρος ΠΟΛ.ΑΝ.
H ειρήνη περνάει από Kύπρο, Aιγαίο
«Κάθε πρόταση που στοχεύει στην εκτόνωση της έντασης ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία και στη σταδιακή, έστω, αποκατάσταση κλίματος καλής γειτονίας είναι αναμφισβήτητα πολύ θετική. Πολύ δε περισσότερο όταν μπορεί να οδηγήσει σε περιορισμό των εξοπλισμών και σε σημαντική μείωση των τεράστιων -και για τις δύο χώρες- αμυντικών δαπανών.
Δεν πρέπει, όμως, να ξεχνάμε ότι η εμπέδωση της ειρήνης στην περιοχή περνάει υποχρεωτικά από την οριστική δράση των αιτίων που έχουν προκαλέσει τη μακροχρόνια αυτή ένταση. Κι αυτά είναι κυρίως η παράνομη κατοχή εδαφών της Κύπρου από την Τουρκία και οι παράλογες και παράνομες αξιώσεις της στο χώρο του Αιγαίου.
Θεωρώ, λοιπόν, θετική, ως πρώτο βήμα, την πρόταση της "Ε", αλλά πιστεύω ότι ένα δεύτερο και πιο ουσιαστικό βήμα προϋποθέτει τον έμπρακτο και διαρκή σεβασμό της Τουρκίας στους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου και στις Διεθνείς Συμβάσεις».
ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΜΑΝΟΣ, πρόεδρος, Φιλελευθέρων:
Kαλές οι προϋποθέσεις
συγκυριακά τα γεγονότα
«Το σύμφωνο φιλίας ή μη επιθέσεως είναι μια παλιά ιδέα που είχε διατυπωθεί ήδη από το 1992. Δεν προχώρησε τότε, εν μέρει διότι η τουρκική πλευρά παρέμεινε αμετακίνητη στις θέσεις της στο Kυπριακό και εν μέρει διότι η ελληνική εξωτερική πολιτική σπατάλησε όλες τις διπλωματικές της δυνάμεις στο θέμα των Σκοπίων.
Σήμερα, οι προϋποθέσεις είναι καλύτερες, αλλά δημιουργήθηκαν από συγκυριακά γεγονότα. Το κλίμα που έχει δημιουργηθεί είναι συνεπώς εξαιρετικά εύθραυστο και μπορεί ανά πάσα στιγμή να ανατραπεί. Πιστεύω ότι προτεραιότητά μας πρέπει να είναι η οικοδόμηση δεσμών μεταξύ των δύο λαών, με την ταυτόχρονη προώθηση της αλληλογνωριμίας και κοινών δράσεων σε κάθε δυνατό επίπεδο.
Η δρομολόγηση της πορείας της Τουρκίας προς την Ευρώπη και η εξασφάλιση της ένταξης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ενωση πρέπει ν' αποτελούν τα θεμέλια της εξωτερικής μας πολιτικής.
Αν κινηθούμε με συνέπεια σε αυτήν την πορεία, τότε πράγματι μπορεί να προωθηθεί η -προς τη σωστή κατεύθυνση- πρόταση της "Ε"».
ΑΝΤΝΑΝ ΤΣΑΓΛΑΓΙΑΝ, διευθυντής γραφείου Αθήνας του τουρκικού πρακτορείου «Ανατολή»:
Nα ενεργήσουμε χωρίς τους πολιτικούς
«Υποστηρίζω την ιδέα για την υπογραφή ενός συμφώνου μη επιθέσεως ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία. Αλλά ομολογώ ότι δεν είμαι σίγουρος αν αυτή η ενέργεια θα λύσει τα υφιστάμενα προβλήματα μεταξύ των δύο χωρών.
Νομίζω ότι οι πρωτοβουλίες των λαών θα ήταν πιο εποικοδομητικές από των κυβερνήσεων και πρέπει να συνεχίσουμε αυτό που κάνουμε από τότε που οι καταστροφές χτύπησαν τις χώρες μας. Η ιστορία έχει δείξει ότι μεγάλες προσδοκίες, κυρίως από τους πολιτικούς, συνήθως καταδικάζονται σε θάνατο. Νομίζω ότι αυτή τη φορά εμείς (οι δημοσιογράφοι) πρέπει να ενεργήσουμε χωρίς να λάβουμε υπόψη τους πολιτικούς των δύο χωρών και περίπλοκα συμφέροντα τρίτων μερών, που δεν είναι πάντα εις όφελος του τουρκικού και του ελληνικού λαού.
Αν τα τουρκικά κι ελληνικά μέσα ενημέρωσης καταφέρουν να συνεχίσουν την παρούσα προσέγγιση στο θέμα και παραμείνουν ως φωνές των λαών, θα φτάσουμε στο τέλος, που είναι αληθινή φιλία και συνεργασία».
ΣΤΕΛΙΟΣ ΜΠΕΡΜΠΕΡΑΚΗΣ, ανταποκριτής της τουρκικής εφημερίδας «Sabah» και του τηλεοπτικού σταθμού «ATV»:
Aν οι πολιτικοί αφήσουν τους λαούς...
«Εγώ προσωπικά συμφωνώ με την πρόταση μη επιθέσεως. Πρέπει να πω, βέβαια, ότι πια έχω χάσει το λογαριασμό τού ποιος προτείνει τι και σε ποιον. Θυμάμαι την πρόταση μη επιθέσεως να πηγαινοέρχεται κατά διαστήματα μεταξύ Αθήνας και Αγκυρας. Ποτέ, όμως, δεν είχε διατυπωθεί τόσο καθαρά και ξάστερα από κάποια εφημερίδα, όπως κάνει τώρα η "Ε". Πιστεύω στη δύναμη του λαού. Ποτέ στις κυβερνήσεις. Ετσι, η πρωτοβουλία σας με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο. Αν η πρόταση προερχόταν από τη μια ή την άλλη κυβέρνηση, είμαι σίγουρος πως δεν θα έβρισκε τόση ανταπόκριση από την "άλλη" επίσημη πλευρά. Τώρα, που ένας εκφραστής του λαού, όπως η εφημερίδα σας, συνεχίζει αυτήν την προσπάθεια, ξεκινώντας διάλογο με το διπλανό μας λαό, πιστεύω πως κάτι θα μείνει που δεν θα το φάει η σκόνη στα συρτάρια των πολιτικών.
Ο σεισμός που χτύπησε τόσο καίρια και τις δύο χώρες, ελπίζω να ταρακουνήσει τα κεφάλια και των δύο κυβερνήσεων και ν' αρχίσουν να δουλεύουν για τις πραγματικές ανάγκες των λαών τους. Πολιτικοί που με το χάρακα στο χέρι μετρούν μέτρα στο Αιγαίο ή, ακόμη χειρότερα, ανακαλύπτουν βραχονησίδες στο πουθενά, θα καταφέρνουν πάντοτε να φέρνουν τους λαούς αντιμέτωπους, χωρίς οι λαοί να ξέρουν το γιατί. Εάν οι πολιτικοί άφηναν τους λαούς στην ησυχία τους, τότε δεν θα χρειαζόταν ούτε σύμφωνα μη επιθέσεως ούτε κάτι παρόμοιο...».
|