|
ΣYNENTEYΞH
στον ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΝΤΕΛΑΚΗ
«Η
βάση για την υπογραφή ενός συμφώνου μη επίθεσης με την Τουρκία υπάρχει. Και είναι απαραίτητο να γίνει».
Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης είναι κατηγορηματικός σ' αυτό. Ο πρώην πρωθυπουργός, ένας από τους θερμότερους υποστηρικτές της προσέγγισης των δύο λαών, δεν θα μπορούσε να αφήσει ασχολίαστη την πρόταση που διατυπώθηκε μέσα από την «Ε» για την υπογραφή ενός τέτοιου συμφώνου. Αλλωστε, όπως αποκαλύπτει στο «παρά πέντε» δεν υπεγράφη το 1992 ένα ανάλογο σύμφωνο, τα βασικά στοιχεία του οποίου αναφέρει.
Ομως, γνωρίζοντας πως το Κυπριακό βρίσκεται σε μια δύσκολη φάση, εκτιμά πως τα πράγματα δεν είναι ώριμα τώρα για την υπογραφή του συμφώνου. Εν τούτοις πρέπει να αποτελέσει το βραχυχρόνιο στόχο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, τονίζει. Και δεν επιμένει τυχαία στην ανάγκη προσέγγισης Ελλάδας και Τουρκίας. «Από το 1992, όλοι οι πολιτικοί αρχηγοί συμφώνησαν ότι άξονας της εξωτερικής μας πολιτικής πρέπει να είναι ο διάλογος με την Τουρκία», επισημαίνει, διατυπώνοντας παράλληλα την εκτίμηση ότι και οι Τούρκοι επιθυμούν την προσέγγιση.
Ο κ. Μητσοτάκης σχολιάζει την προσέγγιση των δύο λαών, έτσι όπως αυτή εξελίχθηκε λόγω των σεισμών, και τονίζει με έμφαση ότι από αυτή τη συγκυρία πρέπει να επωφεληθούν οι πολιτικοί στις δύο χώρες, αφού οι σεισμοί αποκάλυψαν ότι οι διαφορές των δύο λαών δεν ήταν τόσο μεγάλες, αλλά, αντιθέτως, υπάρχουν πολλά κοινά σημεία και έδαφος συνύπαρξης.
Ομως, δεν αρκείται σ' αυτά. Αναφέρεται και στο μοιραίο Φάλκον, το οποίο προμηθεύτηκε η χώρα μας επί πρωθυπουργίας του και τονίζει ότι αφ' ενός μεν θα έπρεπε να σταλεί στην κατασκευάστρια εταιρεία για μια ριζική επισκευή αφ' ετέρου να έχει μόνιμο πλήρωμα, ανθρώπους που θα γνώριζαν τις «αδυναμίες του».
Ο επίτιμος πρόεδρος της Ν.Δ. αποφεύγει να μιλήσει για παραίτηση του υπουργού Μεταφορών (όπως έκανε το κόμμα του), εν τούτοις δεν αποφεύγει να αναφερθεί στη θετική συμβολή του Γιάννου Κρανιδιώτη.
Ηταν το περασμένο Σάββατο το πρωί, όταν τον επισκέφθηκα στο γραφείο του στην Αραβαντινού. Η ατμόσφαιρα σε καμία περίπτωση δεν παρέπεμπε σε έναν «συνταξιούχο» πολιτικό. Οι συνεργάτες του σε εγρήγορση, τα τηλέφωνα να χτυπούν, ο ίδιος να παρακολουθεί τις εξελίξεις μέσα από τον Tύπο και παράλληλα να συνεχίζει αδιάκοπα τις επαφές του.
Ηταν φανερό πως η πρότασή μας να συζητήσουμε μαζί του για την προσέγγιση των δύο λαών (Ελλάδας-Τουρκίας) μετά τους σεισμούς, τον ερέθιζε. Ηθελε να μιλήσει γι' αυτό και το έκανε, αποκαλύπτοντας άγνωστες στους πολλούς λεπτομέρειες.
Μίλησε για το χρονικό τής παρ' ολίγον υπογραφής το 1992 ενός συμφώνου «συνεργασίας, φιλίας και μη επιθέσεως» με την Τουρκία. Ηταν έτοιμος το Φεβρουάριο εκείνου του χρόνου να πάρει το αεροπλάνο και με το κείμενο του συμφώνου ανά χείρας να επισκεφθεί την Αγκυρα για την υπογραφή.
Οταν μιλούσαμε, το είχε μπροστά του αυτό το κείμενο. Δεν μας το έδειξε, αλλά το μάτι μας έπεσε στην υπόδειξη του εγγράφου «Ακρως εμπιστευτικό». Τελικά, το Κυπριακό, η επίλυση του οποίου βρισκόταν σε καλό δρόμο, και συνάμα το Σκοπιανό, που αναδεικνυόταν ως θέμα, τον μπλόκαραν.
«Eχουμε πολλά
κοινά σημεία»
Ολόκληρη η συνέντευξη έχει ως εξής:
– Κύριε πρόεδρε, ήθελα να σας ρωτήσω γι' αυτή την πρόταση ενός συμφώνου μη επιθέσεως με την Τουρκία που διατυπώθηκε πρόταση από την «Ελευθεροτυπία», η οποία συνδέεται με τη διαπίστωση που όλοι κάνουν τελευταία, ότι δηλαδή οι σεισμοί έφεραν τους δύο λαούς πιο κοντά. Κατά την άποψή σας, ισχύει κάτι τέτοιο, μπορεί να έχει διάρκεια ή μήπως είναι κάτι παροδικό;
* Ισχύει, σίγουρα ισχύει, ως πραγματικότητα της παρούσης ώρας. Και πιστεύω ότι αποκαλύφθηκε και κάτι άλλο που είναι πιο σημαντικό. Οτι οι διαφορές μεταξύ των δύο λαών δεν ήσαν τόσο μεγάλες. Οι Ελληνες και οι Τούρκοι έχουν πολλά κοινά σημεία και μπορούν να συνυπάρξουν, μπορούν να ζήσουν μαζί.
Αυτό είναι και το μεγάλο ερώτημα της εποχής μας, πώς δηλαδή λαοί διαφορετικών εθνοτήτων, διαφορετικών πολιτισμών και διαφορετικών θρησκειών μπορούν να συνυπάρξουν. Είναι επιτακτικώς αναγκαίο αυτό, είναι το σημερινό δράμα των Βαλκανίων -στραβή κατεύθυνση πήρε η Ευρώπη, ως γνωστόν, σ' αυτό το ζήτημα, παρά τις δικές μας αντιδράσεις, παρά τη σωστή πολιτική που τότε η Ελλάς, επί των ημερών μου, είχε χαράξει- ότι τα κράτη δηλαδή δεν θα είναι εθνικά, θα είναι πολυεθνικά και θα στηρίζονται σε δύο αρχές, σε δύο πυλώνες.
Το ένα ότι θα σέβονται τα δικαιώματα των μειονοτήτων απολύτως και το δεύτερο, που είναι το πιο σημαντικό, ότι δεν θα αλλάξουν τα σύνορα, ό,τι και να είναι τα σύνορα, δεν θα αλλάξουν. Αυτό, δυστυχώς, δεν ίσχυσε και περνάμε το σημερινό δράμα των Βαλκανίων, αυτό είναι και το πρόβλημα μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων.
Αυτό έλεγα κι πάντοτε εγώ στους Τούρκους οσάκις κουβέντιαζα και αυτό ήταν και το βασικό μου επιχείρημα και στην Κύπρο. Τους έλεγα ότι αν εσείς πιστεύετε ότι δεν μπορούμε να ζήσουμε Ελληνες και Τούρκοι μαζί στην Κύπρο, πώς φαντάζεστε ότι μπορούν να ζήσουν Ελληνες και Τούρκοι μαζί μέσα στην Ενωμένη Ευρώπη, όπου θέλετε κι εσείς να μπείτε; Και μην ξεχνάτε ότι εμείς είμαστε μέσα κι εσείς έξω από την Ευρώπη. Ηταν ένα πολύ βαρύ επιχείρημα.
Λοιπόν, πιστεύω ότι απεδείχθη πως ο ελληνικός και ο τουρκικός λαός δεν έχουν διαφορές αγεφύρωτες, έχουν πολλές ομοιότητες, η ανάγκη το απαιτεί, πρέπει να συνυπάρξουμε ειρηνικά. Και οι σεισμοί έδωσαν μια συναισθηματική φόρτιση, η οποία βοήθησε απολύτως στην κατεύθυνση αυτή και από αυτό το «μομέντουμ» το ευνοϊκό είναι ανάγκη να επωφεληθεί η πολιτική και της Ελλάδος και της Τουρκίας.
«Kαι Tούρκοι υπέρ
της προσέγγισης»
– Εν τούτοις βλέπουμε ότι στην παρούσα φάση η προσέγγιση γίνεται περισσότερο μεταξύ των δύο λαών, παρά μεταξύ των πολιτικών και ήθελα να ρωτήσω αν οι λαοί ανάγκασαν και τους πολιτικούς των δύο λαών να σκεφτούν διαφορετικά.
* Οχι απολύτως, δηλαδή εδώ είναι δύο παράγοντες οι οποίοι αλληλοεπηρεάζονται. Η πολιτική ηγεσία, σε τελική ανάλυση, ασφαλώς έχει την ευθύνη να προτείνει τη σωστή πολιτική και να πείσει τους λαούς, αλλά και το γεγονός ότι στους λαούς δημιουργείται καμιά φορά αυτή η ψυχολογία από συνθήκες και γεγονότα τα οποία είναι άσχετα με την πολιτική δραστηριότητα, η αντίδραση του λαού πάλι επηρεάζει την πολιτική ηγεσία. Και αυτή την ώρα, όπως και στο παρελθόν, έχουμε δεδομένο ότι και στις δύο χώρες, και στην Ελλάδα και στην Τουρκία, υπάρχουν υπεύθυνοι άνθρωποι, οι οποίοι με σταθερότητα και με πίστη υποστηρίζουν την ανάγκη της προσέγγισης, της φιλίας και της συνεργασίας...
– Εννοείτε σε πολιτικό επίπεδο...
* Ναι, σε πολιτικό επίπεδο. Αυτοί οι ανθρωποι υπάρχουν, υπάρχουν στην Ελλάδα. Εγώ, ας πούμε, είμαι ο κατ'εξοχήν εκφραστής αυτής της πολιτικής, αλλά και στην απέναντι όχθη έχουμε πολλούς Τούρκους, όπως ο μακαρίτης ο Οζάλ, ο οποίος είχε το θάρρος ως πρωθυπουργός σε δύσκολες στιγμές να πει ότι η μη επίλυση του Κυπριακού ζημιώνει την εξωτερική πολιτική της Τουρκίας. Είναι ακόμη ο Ντεμιρέλ, είναι ο Τσετίν, ο τέως υπουργός Eξωτερικών, ο Μποζέρ... Θα μπορούσα να αναφέρω μια μεγάλη σειρά από ονόματα ανθρώπων, οι οποίοι υποστηρίζουν αυτή την πολιτική...
«Tο '92 είχαμε
συμφωνήσει»
– Κατά συνέπεια, αυτή η προσέγγιση, την οποία βλέπουμε τώρα, μπορεί να δώσει μια ώθηση στους πολιτικούς;
* Αυτό που είναι ευχάριστο στην Ελλάδα σήμερα, είναι ότι η πολιτική τού διαλόγου με την Τουρκία -γιατί αυτό είναι το κλειδί στο διάλογο- είναι δεκτή από το σύνολο του ελληνικού πολιτικού κόσμου. Κι εγώ ήθελα να σου πω, αναφερόμενος στο ερώτημά σου για το σύμφωνο μη επιθέσεως, ότι αυτή την κοινή ελληνική εθνική πολιτική, ότι δηλαδή πρέπει να κάνουμε διάλογο με την Τουρκία, κατάφερα εγώ ως πρωθυπουργός να την επιβάλω. Είναι ελληνική εθνική εξωτερική πολιτική, με συμφωνία όλων των κομμάτων. Είναι κάτι το οποίο πολύς κόσμος δεν το γνωρίζει.
Μετά το Νταβός, στις αρχές Φεβρουαρίου του 1992, εγώ ζήτησα από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Καραμανλή κι έγινε η πρώτη συνάντηση των πολιτικών αρχηγών υπό την προεδρία του, στις 18 Φεβρουαρίου. Τα πρακτικά υπάρχουν. Εις τη συνάντηση αυτή συνεφωνήθη ως ελληνική εθνική πολιτική ο διάλογος. Δηλαδή ότι η Ελλάς πρέπει να κάνει διάλογο με την Τουρκία.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου μάλιστα, ο οποίος ήταν δεινά εκτεθειμένος από όσα κατά καιρούς αντίθετα είχε πει, μεταχειρίστηκε μια ορολογία κάπως διαφορετική. Για να δικαιολογήσει κάπως τον εαυτό του, είπε ας μην το ονομάσουμε διάλογο, ας το ονομάσουμε γραμμή επικοινωνίας. Του είπα όπως θέλεις πες το, διάλογος θα είναι και διάλογος θα γίνει. Και αυτό είναι ένα δεδομένο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και είναι περίεργο ότι, παρά ταύτα, υπάρχουν φωνές αντίθετες, να μη γίνει δηλαδή διάλογος. Είναι το πρώτο πράγμα που πρέπει να ξεκαθαρίσει.
Και τότε, σ' αυτή τη συνάντηση που αναφέρω, είχα θέσει υπόψη των πολιτικών αρχηγών, χωρίς όμως επ' αυτού να υπάρξει συμφωνία, και το πρόβλημα του συμφώνου συνεργασίας, φιλίας και μη επιθέσεως. Αυτό το σύμφωνο, τότε, οι Τούρκοι το ήθελαν και εγώ κατ' αρχήν το είχα δεχθεί και είχαμε μάλιστα συμφωνήσει για το περίγραμμα αυτού του συμφώνου. Ισως όχι ακριβώς το περίγραμμα, το κείμενο θα έλεγα, διότι είχαμε πει ότι το σύμφωνο αυτό δεν θα έλυε κανένα συγκεκριμένο θέμα, αλλά θα έθετε τις γενικές αρχές, που ήσαν τρεις: σεβασμός και από τις δύο χώρες της εδαφικής ακεραιότητας, σεβασμός των συνθηκών που έχουν υπογραφεί και από τις δύο χώρες και σεβασμός των αρχών του διεθνούς δικαίου, το οποίο σημαίνει άρνηση της βίας, άρνηση της επίθεσης.
Το τελευταίο, ο σεβασμός των αρχών του διεθνούς δικαίου, οι Τούρκοι δεν το είχαν δεχθεί έως τότε, το δέχθηκε ο Ντεμιρέλ για πρώτη φορά εις το Νταβός, αρχές Φεβρουαρίου του 1992, κι έκτοτε αποτελεί τουρκική πολιτική. Το ερώτημα λοιπόν είναι: Aυτές οι αρχές ισχύουν ή δεν ισχύουν; Τη συνθήκη της Λωζάννης, αν θέλεις, που αποτελεί τη βασική συνθήκη που ρυθμίζει τις σχέσεις μας, τη δέχονται ή Τούρκοι ή όχι; Τη δέχονται οι Τούρκοι και σήμερα.
Και αυτό είναι ένα σημαντικό δεδομένο. Κατά συνέπεια, η βάσις για να υπογραφεί ένα σύμφωνο τέτοιο, που θα μας επιτρέψει να προχωρήσουμε στα διμερή θέματα που μας χωρίζουν και να τα λύσουμε σε μάκρος χρόνου, υπάρχει. Βεβαίως, τότε εγώ θα μπορούσα να είχα πάει στην Αγκυρα και να υπογράψω τη συμφωνία. Δεν το έκανα, διότι παρεμβάλλεται το Κυπριακό και τότε ήμασταν κοντά στη λύση του επί της προεδρίας Μπους και ήθελα να γίνει κάποια πρόοδος στο Κυπριακό, η οποία δεν έγινε. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο δεν πήγα στην Αγκυρα για να το υπογράψω.
Και επίσης, παράλληλα, πρέπει να σου πω ότι στη συνέχεια προέκυψε το Σκοπιανό, αυτό το δράμα το οποίο αντιμετώπισε τότε η Ελλάδα με την εσφαλμένη πολιτική που έγινε υπό την πίεση της κοινής γνώμης και έτσι το θέμα δεν πήρε συνέχεια. Αρα, το σύμφωνο είναι απαραίτητο και πρέπει να γίνει. Δεν σημαίνει αυτό ότι τώρα τα πράγματα είναι ώριμα για να υπογραφεί αυτή τη στιγμή, διότι και από ελληνικής πλευράς και ίσως και από Τουρκικής θα υπάρξουν δυσκολίες. Δηλαδή, τη σκοπιμότητα της υπογραφής αμέσως δεν τη βλέπω. Πλην όμως, αυτό πρέπει να αποτελέσει, βραχυχρόνιο -μάλιστα θα έλεγα- στόχο. Αν αυτό το πετύχουμε, θα έχουμε κάνει ένα μεγάλο βήμα.
Το εμπόδιο του Κυπριακού, δυστυχώς, εξακολουθεί να υπάρχει και ακριβώς γι' αυτό είπα σε μια πρόσφατη δήλωσή μου ότι η Κύπρος θα αποτελέσει και τη λυδίαν λίθον των αληθών προθέσεων των Τούρκων.
Οι Τούρκοι είναι ανοιχτοί στα θέματα του Αιγαίου και πιστεύω ότι στο θέμα του συμφώνου δεν θα φέρουν αντίρρηση, πλην όμως εξακολουθούν να είναι σκληροί στο θέμα της Κύπρου. Γι' αυτό η ελληνική εξωτερική πολιτική αυτή την ώρα πρέπει να ρίξει όλο της το βάρος στο Κυπριακό...
«Πολύ δύσκολο
το Kυπριακό»
– Είπατε ότι τότε, το 1992, οι πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα συμφώνησαν στο διάλογο, αλλά σ' αυτό, το σύμφωνο μη επιθέσεως δηλαδή, δεν υπήρχε συμφωνία...
* Σ' αυτό δεν υπήρξε άρνηση, αλλά δεν υπήρξε και συμφωνία. Εγώ τους ανέλυσα τότε τα δεδομένα, τους ενημέρωσα πλήρως για την πολιτική την οποία θα έκανα, αλλά εγώ το σύμφωνο θα το υπέγραφα, έστω και αν δεν υπήρχε πλήρης συμφωνία του πολιτικού κόσμου, γιατί στο βάθος ήξερα ότι αν μια φορά υπεγράφετο το σύμφωνο, θα ήσαν όλοι ευχαριστημένοι. Με εμπόδισε, σου επαναλαμβάνω, το Κυπριακό στην πρώτη φάση και στη συνέχεια η εμπλοκή μας με την περιπέτεια του Σκοπιανού και δεν μπορέσαμε να προχωρήσουμε...
– Οπως είπατε, το Κυπριακό και τώρα αποτελεί ένα εμπόδιο...
* Είναι και τώρα, ναι...
– Με την ενταξιακή πορεία της Κύπρου πιστεύετε ότι μπορεί να προχωρήσει ταχύτερα η επίλυσή του;
* Εγώ πιστεύω ότι το Κυπριακό είναι πολύ δύσκολο, αλλά υπάρχει κι εκεί μια δυνατότητα σημαντική αυτή την ώρα και χρειάζεται υπευθυνότητα, χρειάζεται ενότητα και γερή και πολλή προσπάθεια, να βοηθήσει η Ευρώπη, να βοηθήσει πρωτίστως η Αμερική...
– Εχετε δείγματα ότι προχωράει κάτι;
* Δεν θα ήθελα να πω τίποτε παραπάνω αυτή την ώρα...
H ιστορία
του Φάλκον
– Να μην επιμείνω, καταλαβαίνω ότι δεν θέλετε να επεκταθείτε σ' αυτά τα θέματα. Θα ήθελα να σας ρωτήσω κάτι τελευταίο και ιδιαίτερα επίκαιρο κι εννοώ τη μοιραία αυτή πτήση του Φάλκον και τις τραγικές συνέπειές της...
* Να θυμίσω την ιστορία του Φάλκον. Οταν εμείς κάναμε κυβέρνηση, η Ελλάδα δεν είχε κανένα κρατικό αεροπλάνο για τις μετακινήσεις των μελών της κυβέρνησης και του προέδρου της Δημοκρατίας. Το ΠΑΣΟΚ χρησιμοποιούσε την Ολυμπιακή Aεροπορία και μάλιστα στο ΠΑΣΟΚ υπάρχει μια σύγχυση κράτους και κόμματος, τα δύο ταυτίζονται εν μέρει, και μου έκανε εντύπωση ότι ήδη από το 1982, με απόφαση κυβερνητική έριξαν, εις βάρος της «Ολυμπιακής», όλο το κόστος των κρατικών μετακινήσεων, τόσο της κυβερνήσεως όσο και του Προέδρου της Δημοκρατίας. Και αυτό είναι ένα δείγμα, γιατί η «Ολυμπιακή» πήγε έτσι όπως επήγε.
Εγώ, λοιπόν, διαπίστωσα τότε ως πρωθυπουργός ότι στη γειτονική Βουλγαρία, την κομμουνιστική, επί Ζίβκοφ, είχαν εφτά ή εννέα κρατικά αεροπλάνα και αποφάσισα να λύσω το θέμα. Επωφελήθην από την επαναδιαπραγμάτευση που εκάμαμαμε για τα τυφλά «Μιράζ» της αγοράς του αιώνος του Ανδρέα Παπανδρέου. Η επαναδιαπραγμάτευση είχε ως αποτέλεσμα να μας δώσουν πίσω οι Γάλλοι δύο δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα, ένα ποσόν πολύ σημαντικό και αυτό δεν είναι ευρύτερα γνωστό στον ελληνικό λαό. Μας το έδωσε, φυσικά σε υλικό, η «Ντασό» και μέσα στο ποσόν αυτό ενέταξα εγώ και την προμήθεια ενός Φάλκον συχρόνου, ενός Φάλκον 900.
Ηταν το καλύτερο αεροπλάνο που υπήρχε εκείνη την εποχή και σήμερα ακόμη θεωρείται ένα από τα δύο πρώτα αεροπλάνα που κυκλοφορούν, το οποίο μας παραδόθηκε από την «Ντασό».
Δεν ήταν τελείως καινουργές, είχε ήδη χρησιμοποιηθεί για τρία χρόνια, αλλά το ανέλαβε η «Ντασό» και με δική της εγγύηση μας το παρέδωσε. Ηταν ένα πολύ καλό ααεροπλάνο. Παράλληλα, βελτιώσαμε και κάναμε τη διαρρύθμιση σ' ένα άλλο αεροπλάνο, ένα 727, το «Μέγας Αλέξανδρος», το οποίο αναβαθμίστηκε, προστέθηκαν κυρίως δεξαμενές καυσίμων για να μπορεί να πετά πάνω από τον Ατλαντικό, σύχρονο σύστημα τηλεφωνικών επικοινωνιών, εσωτερική διαρρύθμιση με μικρό κόστος και αυτό το χρησιμοποιούσα εγώ κατά κύριο λόγο, ενώ το Φάλκον το χρησιμοποιούσαν οι υπουργοί.
Αυτά τα δύο τα παρέλαβε το ΠΑΣΟΚ όταν κέρδισε τις εκλογές το 1993 και το μεν «Μέγας Αλέξανδρος», για λόγους που δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω, το αχρήστευσε τελείως, το επέστρεψε στην «Ολυμπιακή», η οποία μάλιστα κατήργησε τη διαρρύθμιση, το επανέφερε για κανονικές πτήσεις και τελικά κατεστράφη μ' ένα ατύχημα που έγινε στη Θεσσαλονίκη.
Οταν έγινε ο κ. Στεφανόπουλος Πρόεδρος της Δημοκρατίας τον επεσκέφθην και του είπα: Eχεις αυτό το θαυμάσιο αεροπλάνο, ζήτα το, το ΠΑΣΟΚ δεν πρόκειται να το χρησιμοποιήσει -ίσως επειδή το είχε αγοράσει η Ν.Δ.- και να το χρησιμοποιήσεις για τις δικές σου μετακινήσεις. Αλλά, δυστυχώς, ούτε αυτός δεν θέλησε ή δεν μπόρεσε και έτσι μείναμε μόνο με το Φάλκον, το οποίο ήταν πάρα πολύ χρήσιμο.
Εγώ, αν και δεν είμαι αρμόδιος και δεν πρόκειται να μπω σ' αυτούς τους καβγάδες αν εσυντηρείτο ή όχι, δύο πράγματα πιστεύω απόλυτα. Πρώτον, ότι αν υπήρχε -και φαίνεται ότι υπήρχε- ανησυχία για την κατάσταση στην οποία βρισκόταν το Φάλκον, στοιχειώδες θα ήταν ο πρωθυπουργός να δώσει εντολή να πάει πίσω στην εταιρεία «Ντασό», η οποία μας το παρέδωσε άλλωστε με τη δική της εγγύηση, να του κάνει μια ριζική επισκευή. Και αν χρειάζονταν μερικοί μήνες γι' αυτή τη δουλειά, τους μήνες αυτούς να μας δάνειζαν ένα άλλο Φάλκον για τις ανάγκες μας.
Και το δεύτερο, το οποίο πιστεύω απόλυτα, είναι ότι τα κυβερνητικά αεροπλάνα πρέπει να έχουν κατά το δυνατόν μόνιμο πλήρωμα, ανθρώπους που να τα γνωρίζουν, ανθρώπους που να μπορούν να ξέρουν και τις αδυναμίες τους, γιατί κανένα αεροπλάνο δεν υπάρχει που να μην έχει φάκελο και κανένα αεροπλάνο δεν υπάρχει που να μην έχει μικρές αδυναμίες. Δυστυχώς, δεν το έκανε το ΠΑΣΟΚ και νομίζω ότι αν αυτά τα δύο είχαν γίνει, το Φάλκον θα ήταν πιο σίγουρο απ' ό,τι απεδείχθη...
«Πολύ χρήσιμος
ο Kρανιδιώτης»
– Κι εσείς, πάντως, είχατε αεροπορικές περιπέτειες...
* Πάντα συμβαίνουν. Κι εμένα μου συνέβη, γυρνώντας από το Λονδίνο με πολλούς δημοσιογράφους μέσα, με το «Μέγα Αλέξανδρος», να χάσουμε έναν κινητήρα, το μεσαίο πίσω κινητήρα, ο οποίος σταμάτησε. Προσγειωθήκαμε στο Παρίσι τότε... Πάντοτε υπάρχουν προβλήματα...
– Αυτές οι δύο παρατηρήσεις που κάνατε πριν, συνιστούν λόγο παραίτησης του αρμόδιου υπουργού;
* Δεν θα σου πω τίποτε παραπάνω αυτή την ώρα...
– Με τον αείμνηστο αναπληρωτή υπουργό, τον Γιάννο Κρανιδιώτη, είχατε επαφές;
* Με τον Γιάννο τον Κρανιδιώτη δεν είχα προσωπικό δεσμό, πρέπει όμως να πω ότι ιδιαίτερα τον τελευταίο καιρό, όπως είχε εξελιχθεί, ήταν ένας πάρα πολύ χρήσιμος άνθρωπος, εγνώριζε καλά τα θέματα εξωτερικής πολιτικής, ήταν ήπιος, αποτελεσματικός, σύχρονος και προπαντός, ήταν προσγειωμένος. Ιδιαίτερα τώρα, που το Κυπριακό μπαίνει σε μια δύσκολη φάση, ο Γιάννος Κρανιδιώτης είχε και μια μεγάλη δυνατότητα, η οποία σήμερα μας λείπει.
Ηταν ο άνθρωπος ο οποίος ενδεχομένως θα μπορούσε να επηρεάσει περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο την πολιτική ηγεσία της Κύπρου προς μια σωστή κατεύθυνση...
|