|
Του απεσταλμένου μας ΝΙΝΟΥ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗ
«Εκείνο που θα μας φέρει κοντά είναι ο πολιτισμός κι όχι οι πολιτικοί, που μας οδηγούν παντού χωρίς να μας οδηγούν πουθενά», ανέφερε, καλωσορίζοντας τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, τιμώμενο πρόσωπο του φετινού 19ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Πόλης, ο Σερίφ Ετσετσίμπασι, προέδρος του Ιδρύματος για τον Πολιτισμό και τις Τέχνες, που είναι υπεύθυνο για τη διοργάνωση του φεστιβάλ. Αφορμή, το ειδικό δείπνο που παρέθεσαν προς τιμήν του Ελληνα σκηνοθέτη οι διοργανωτές του
φεστιβάλ. Η πράγματι ιδιαίτερα θερμή ατμόσφαιρα που επικράτησε στο δείπνο επεκτάθηκε γενικά προς όλους τους Ελληνες καλεσμένους σ' όλη τη διάρκεια του φεστιβάλ -από τον σκηνοθέτη Κώστα Καπάκα, που η ταινία του «Peppermint» συμμετείχε σε ένα από τα τμήματα της εκδήλωσης, μέχρι και τους δημοσιογράφους και τους εκπροσώπους του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, που μ' επικεφαλής τον πρόεδρό του, Μάνο Ευστρατιάδη, παρακολούθησαν τα φετινά εξαιρετικά ενδιαφέροντα προγράμματα του φεστιβάλ.
Μια παρόμοια ζεστή ατμόσφαιρα αισθανόσουν φέτος όπου κι αν κυκλοφορούσες στην Πόλη: στα ταξί, στην κλειστή αγορά, στα εστιατόρια, με τους Τούρκους να μιλάνε
με αγάπη για την Ελλάδα και τη συμπαράστασή της στη διάρκεια των σεισμών. Χαρακτηριστική ήταν μάλιστα η φράση ενός ταξιτζή, που μας οδήγησε στην περιβόητη κλειστή αγορά, που ενώ αρχικά είχε ένα βλοσυρό ύφος, μόλις έμαθε ότι
είμαστε Ελληνες, άρχισε να χαμογελάει και να μας μιλάει εγκάρδια, επαναλαμβάνοντας τη λέξη «αρκαντάς» («αδερφός»).
Το πρόγραμμα, όπως και κάθε χρόνο, ήταν ιδιαίτερα πλούσιο, προσφέροντας, εκτός
από τα δύο διαγωνιστικά προγράμματα (Διεθνές και Εθνικό), αρκετά αφιερώματα: στον Γάλλο Ρομπέρ Μπρεσόν (με όλες τις ταινίες του), τον δικό μας Θόδωρο Αγγελόπουλο (με τέσσερις ταινίες του), τον Ιάπωνα Τακέσι Κιτάνο, τον Αγγλο Κεν
Λόουτς, καθώς και στον νέο Γάλλο σκηνοθέτη Λοράν Μπουνίκ.
Ενώ ένα από τα νέα προγράμματα του φεστιβάλ ήταν αφιερωμένο στα ανθρώπινα δικαιώματα: ανάμεσά τους και τρεις τουρκικές ταινίες, που αναφέρονται σε επεισόδια με την αστυνομία, παράνομες συλλήψεις και εξαφανίσεις πολιτών στη διάρκεια της δεκαετίας του '90*
(«Οι "τρελές" μητέρες της Τουρκίας» του Αϊφέρ Εργκούν, «Υποθετικοί αιχμάλωτοι» του Οζλέμ Γκουνγκόρ και «Μπόραν» του Χουσεΐν Καράμπεϊ).
Εξαιρετικά ενδιαφέρον ήταν φέτος το πρόγραμμα τουρκικών ταινιών του φεστιβάλ, που έδειξε πως, παρά τις οικονομικές δυσκολίες, οι Τούρκοι σκηνοθέτες κατάφεραν να δώσουν μερικές σημαντικές ταινίες, τόσο από πλευράς θεμάτων όσο κι από πλευράς μορφής. Επικεφαλής η ταινία «Σύννεφα του Μάη» του Νουρί Μπιργκέ
Σεϊλάν, που πρωτοείδαμε στο πρόσφατο Φεστιβάλ του Βερολίνου. Ταινία που κέρδισε τα τρία μεγάλα βραβεία του Φεστιβάλ της Πόλης: Χρυσή Τουλίπα καλύτερης
ταινίας του Διεθνούς Διαγωνιστικού Τμήματος (από μια επιτροπή με πρόεδρο τον Ινδό σκηνοθέτη Μρίναλε Σεν), βραβείο καλύτερης τουρκικής ταινίας του Εθνικού Διαγωνιστικού Τμήματος και βραβείο καλύτερης ταινίας του φεστιβάλ που απονέμει
Eπιτροπή της Διεθνούς Κριτικής (FIPRESCI). Η ταινία αναφέρεται στις προσπάθειες ενός νέου να γυρίσει μια ταινία στην Ανατόλια, στην πόλη όπου μεγάλωσε. Ευκαιρία για τον σκηνοθέτη να δώσει τις σχέσεις ανάμεσα στα διάφορα πρόσωπα, αλλά και να καταγράψει τα διάφορα προβλήματα που δημιουργεί η εμφάνιση του κινηματογραφικού συνεργείου, τονίζοντας τους κινδύνους για την ήσυχη ζωή των κατοίκων, με την εμφάνιση ενός δήθεν μοντέρνου τρόπου ζωής.
Η δεύτερη τουρκική ταινία, «Η τρίτη σελίδα» του Ζεκί Ντεμιρκουμπούζ (βραβείο FIPRESCI καλύτερης ταινίας στο τουρκικό τμήμα), είναι ένα καλογυρισμένο, με σωστό ρυθμό και αίσθηση του χώρου, θρίλερ γύρω από τη γνωριμία ενός νεαρού δολοφόνου με μια αινιγματική κοπέλα - γνωριμία που θ' αποδειχτεί θανάσιμη.
Αντίθετα, σ' ένα πιο κλασικό χώρο κινείται η ταινία «Τα διαμάντια της δεσποινίδας Σαλκίμ» της Τομρίς Γκιριτλίογλου. Πρόκειται για μια ιστορία που εκτυλίσσεται στην Κωνσταντινούπολη στα μέσα της δεκαετίας του '40, αμέσως μετά
το τέλος του πολέμου, θέμα που ενδιαφέρει και τους Ελληνες της Πόλης: όταν δηλαδή η τουρκική κυβέρνηση πέρασε ένα νόμο φορολογίας επαγγελματιών των μεινοτήτων, βαρειά φορολογία που είτε οδηγούσε τους φορολογούμενους σε στρατόπεδα εργασίας στην Ανατολία, είτε τους ανάγκαζε να εγκαταλείψουν τη χώρα
(που ήταν και ο πραγματικός στόχος των αρχών).
Η Γκιριτλίογλου εστιάζει το ενδιαφέρον της σε τρία βασικά πρόσωπα: έναν επαρχιώτη Τούρκο, που φτάνει στην Κωνσταντινούπολη και εκμεταλλεύεται την κατάσταση για να αγοράσει για ένα κομμάτι ψωμί τις περιουσίες των μειονοτήτων και να πλουτίσει, έναν Αρμένιο που συμπαραστέκεται σε όσους τον χρειάζονται, αλλά που τελικά στέλλεται στα στρατόπεδα κι έναν πλούσιο Τούρκο, που όπως αποκαλύπτεται στη συνέχεια είχε πρόγονο αλλόθρησκο, με αποτέλεσμα να σταλεί κι
αυτός στην «εξορία». Παρά τις κάποιες μελοδραματικές καταστάσεις και τους σχηματικούς χαρακτήρες, η σκηνοθέτρια φτιάχνει μια αρκετά δυνατή, συγκινητική ταινία - ταυτόχρονα τολμηρή για τη σημερινή Τουρκία.
|