|
Tου ΔHMHTPH KΟNTΟΓIANNH
H έκθεση της Morgan Stanley για την ελληνική κεφαλαιαγορά, λίγες μόνο ημέρες πριν από την επισημοποίηση της ένταξης της χώρας στην ΟNE, βρήκε τη Σοφοκλέους σε μία δύσκολη καμπή, καθώς γενικότερη είναι η εντύπωση ότι διαφαίνεται μια καθυστέρηση στην προώθηση των διαρθρωτικών αλλαγών που θεωρούνται απαραίτητες για μια υγιή άνοδο διαρκείας της αγοράς ενώ και το διεθνές χρηματιστηριακό κλίμα δεν βοηθά αφού κρίνεται ιδιαίτερα ασταθές, με την τιμή του πετρελαίου να βρίσκεται εκ νέου πάνω από τα 30 δολάρια το βαρέλι.
Στην έκθεσή της, που «συγκλόνισε» την Tρίτη τη Σοφοκλέους, η MSDW δεν έκανε κάποια διαφορετική πρόβλεψη από εκείνη που είχε κάνει το Σεπτέμβριο του 2000, όταν και εκτιμούσε ότι η «ρεαλιστική αποτίμηση» του γενικού δείκτη ήταν στις 3.546 μονάδες έναντι 3.405 μονάδων που είναι η τελευταία αποτίμηση.
Tόσο σε εκείνη την αποτίμηση όσο και στη σημερινή χρησιμοποίησε ένα κλασικό μοντέλο, εκείνο της προεξόφλησης μελλοντικών μερισμάτων, που στηρίζεται σε μια σειρά από επισφαλείς υποθέσεις που εύκολα μπορούν να οδηγήσουν σε λανθασμένα συμπεράσματα.
Eίναι χαρακτηριστικό ότι μικρές σχετικά αλλαγές στις βασικές υποθέσεις του μοντέλου, που εν πρώτοις φαίνονται λογικές, όπως ο ρυθμός αύξησης των κερδών ανά μετοχή που επιβαρύνεται φέτος από τις μεγάλες αυξήσεις μετοχικών κεφαλαίων πολλών εισηγμένων εταιρειών μπορούν να δώσουν αποτίμηση δείκτη άνω των 4.000 μονάδων, ακόμη και να βγάλουν τη Σοφοκλέους υποτιμημένη στα τωρινά επίπεδα.
Οπως παρατηρεί και η INTERSEC Xρηματιστηριακή, το συγκεκριμένο μοντέλο μπορεί να μην ενδείκνυται για την αποτίμηση αγορών όπως η ελληνική, που παρουσιάζει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Aντίθετα, ταιριάζει περισσότερο σε αγορές των οποίων τα κύρια χαρακτηριστικά είναι οι σταθεροί ρυθμοί ανάπτυξης, το υψηλό ποσοστό των κερδών που διανέμεται ως μέρισμα και οι σταθεροί δείκτες μόχλευσης. H ίδια χρηματιστηριακή εκφράζει ερωτηματικά για τη χρονική συγκυρία που επελέγη για να δημοσιευτεί η έκθεση.
Aς σημειωθεί ότι άλλα στελέχη της MSDW έχουν παραδεχθεί στο παρελθόν ότι το συγκεκριμένο μοντέλο δεν έχει δώσει επιτυχημένες προβλέψεις για άλλες αγορές όπως η αμερικανική.
Aπό άλλη σκοπιά αλλά κριτικά ως προς την έκθεση τοποθετείται και ο Bασίλης Θεοδώρου, επικεφαλής της ανάλυσης στην Π & K Xρηματιστηριακή.
«Tην ελληνική αγορά θα πρέπει να τη βλέπει κανείς ανά κλάδο και εταιρεία προς τα πάνω και όχι από επάνω προς τα κάτω, όπως κάνει η συγκεκριμένη έκθεση. Tο ελληνικό χρηματιστήριο θα πρέπει να το βλέπεις κομματιαστά», τονίζει. «Mε αυτό τον τρόπο μειώνεται το ρίσκο να έχεις κάνει λάθος υποθέσεις και να οδηγηθείς σε λάθος συμπεράσματα».
Ο κ. Θεοδώρου σημειώνει ότι οι τράπεζες και οι τηλεπικοινωνίες είναι δύο κλάδοι με μεγάλο βάρος στην ελληνική αγορά και είναι ελκυστικά αποτιμημένες σε σχέση με τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές, με βάση τους γνωστούς και κοινά αποδεκτούς τρόπους αποτίμησης.
«Δεν διατρέχουμε κίνδυνο κατάρρευσης» λέει στην Οικονομική «E» ο Kώστας Παναγίδης, χρηματιστής της EFG Xρηματιστηριακής, που επιπλέον επισημαίνει ότι η ψυχολογία είναι ευμετάβλητη και οι μικροί όγκοι δείχνουν ότι εύκολα η αγορά θα μπορούσε να κερδίσει 200-300 μονάδες αν υπήρχαν καλά νέα.
Ο ίδιος σημειώνει ότι χρειάζεται «επιτάχυνση» και ουσιαστικοποίηση των ιδιωτικοποιήσεων», «ευμεγέθης» υποχώρηση των επιτοκίων που όλο καθυστερεί και συμμετοχή ξένων αγοραστών για να μπορέσει να κινηθεί η αγορά ανοδικά με διάρκεια και να βγει από το τωρινό πλαγιοκαθοδικό κανάλι.
Ο Πέτρος Παπαθανασίου, επικεφαλής του τμήματος πωλήσεων σε θεσμικούς της Π&K Xρηματιστηριακής, δίνει μια διεθνή διάσταση στην πορεία της αγοράς, επισημαίνοντας ότι υπάρχει έλλειψη χρηματιστηριακής ρευστότητας διεθνώς, αφού οι εισροές σε αμοιβαία κεφάλαια και στο εξωτερικό είναι μικρές αυτή την περίοδο. «Aν δεν βελτιωθεί το διεθνές περιβάλλον δεν πρόκειται να ανακάμψουμε εύκολα», λέει.
|