|
ΟMIΛIA XPIΣTΟΔΟYΛΟY: Aντιφάσεις και λαϊκισμός
Ο Xριστόδουλος, η ελληνική και η βυζαντινή σημαία με φόντο την Eυρώπη από τη μια και το λάβαρο της Aγ. Λαύρας από την άλλη. Tο σκηνικό συμπληρώνουν καμιά εξηνταριά μητροπολίτες
Ο ΛABPΟΣ ME TΟ ΛABAPΟ
Mεγάλη η συγκέντρωση, κατώτερη του αναμενόμενου
Tου ΘΩMA TΣATΣH
Και στο τέλος της λαοσύναξης ο «ηγέτης» Χριστόδουλος σήκωσε το λάβαρο της Αγίας Λαύρας! Είχε προηγηθεί ένας πολιτικός λόγος μιάμισης ώρας απέναντι σε χιλιάδες πιστούς.
Λόγος με πολλές αντιφάσεις και λαϊκίστικες κραυγές με κορυφαία εκείνη κατά του προέδρου της Βουλής Απόστολου Κακλαμάνη: «Δεν επιτρέπουμε σε κανένα να μας υβρίζει και να μας λέει ότι δεν έχουμε οικογένειες, ότι δεν έχουμε προσφέρει στην πατρίδα. Είναι αδικία να συκοφαντείται όλος ο ιερός κλήρος». Και ακολούθησε το ξέσπασμα εκτός κειμένου: «Aμα τα έχετε με τον Χριστόδουλο, τον Χριστόδουλο να βρίζετε και όχι τους παπάδες».
Χθες ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος φώναξε και συνθήματα, κυρίως στο τέλος της ομιλίας του. «Οταν το ράσο γίνεται σημαία, τότε η νίκη είναι βεβαία» και «λαός ενωμένος, ποτέ νικημένος», ενώ το τελικό του σύνθημα ήταν το γνωστό «Ελλάδα σημαίνει Ορθοδοξία». Ο ίδιος εκτίμησε ότι το πλήθος των συγκεντρωμένων έφτανε τις 800.000 και για να πείσει ότι επρόκειτο για τεράστια λαοθάλασσα, επικαλέστηκε τον τηλεοπτικό σταθμό «Αλφα» που, όπως είπε, μετέδωσε ότι το πλήθος έφτανε το 1,5 εκατομμύριο. Μόνο η αλήθεια είναι ότι ο τηλεοπτικός σταθμός μίλησε για 150.000 και όχι για 1,5 εκατομμύριο.
Στην ουσία της ομιλίας του ο αρχιεπίσκοπος έπεσε σε πολλές αντιφάσεις. Ενώ είπε ότι δεν θέλει να συγκυβερνήσει, στην αρχή του λόγου του έσπευσε να πει ότι «η Εκκλησία (...) τίθεται και πάλιν επί κεφαλής του πιστού λαού στην αγωνιώδη προσπάθειά του να υπερασπισθή την πνευματική αυτοσυνειδησία του».
Ρώτησε το πλήθος νιώθοντας προφανώς τη γοητεία που ασκούσε εκείνη την ώρα: «Εχει αυτή η παλλαϊκή κοσμοσυρροή καμία σχέση με τις πολιτικές συγκεντρώσεις; Hλθε κανένας σας εδώ με μίσος στην καρδιά για τον υποτιθέμενο αντίπαλο; Δεν ανήκετε εσείς σε όλα τα κόμματα; Δεν αφήσατε στο σπίτι σας τις κομματικές σας διαφορές ή και διαφωνίες και τώρα εδώ δεν είμαστε όλοι ενωμένοι εν Χριστώ;» Και όπως ήταν φυσικό, έλαβε για άλλη μια φορά τις απαντήσεις που ήθελε. Και αφού γνώριζε τις απαντήσεις όταν χρησιμοποίησε μια σειρά από «επιχειρήματα» για το θέμα των ταυτοτήτων φώναξε: «Εώμεν τους νόμους καθεύδειν», δηλαδή, εξήγησε ο ίδιος: «Αφήστε τους νόμους να κοιμούνται». Οπως είχε πει ο ίδιος νωρίτερα, «όντως οφείλουμε υπακοή όλοι στους νόμους του κράτους». Και συνέχισε: «Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι νόμοι είναι αμετάβλητοι ή ότι μπορούν να παρερμηνεύονται».
Ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος επανέφερε την πρόταση για τη συγκέντρωση υπογραφών του πιστού λαού. «Aν δεν αμφιβάλλετε ότι ο λαός απαιτεί να αναγράφεται προαιρετικά το θρήσκευμά του στις ταυτότητες, η Εκκλησία θα αναλάβει να συγκεντρώσει σε κάθε ενορία μυριάδες υπογραφών των πιστών της, υπέρ της προαιρετικής αναγραφής του θρησκεύματος στος ταυτότητες, τις οποίες η Ιεραρχία θα επιδώσει στον κύριο Πρόεδρο της Δημοκρατίας και στη Βουλή των Ελλήνων». Δεν είπε ότι θα ζητηθεί στη συνέχεια η παραίτηση του Προέδρου της Δημοκρατίας όπως είχε κάνει ο μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως Aνθιμος. Αλλά σχεδόν ...απειλητικά έθεσε το ερώτημα: «Αυτή τη φωνή του λαού ποιος μπορεί να αγνοήσει;».
Στην αρχή του λόγου του μίλησε και για «στήριξη που προσέφερε η Εκκλησία στους πρωθυπουργούς της Ελλάδας στην προοπτική της ευρωπαϊκής ενοποίησης», χωρίς να εξηγήσει, ωστόσο, τι είδους βοήθεια προσέφερε η Εκκλησία. Οταν ανέφερε τα ονόματα των πρωθυπουργών, άφησε τελευταίο το όνομα του Κων. Σημίτη. Ακούστηκαν κάποιες αποδοκιμασίες και ο αρχιεπίσκοπος ζήτησε από τους συγκεντρωμένους να σταματήσουν, λέγοντας ότι «ο πρωθυπουργός είναι θεσμός».
Επανέλαβε και άλλα πράγματα που έχει πει πολλές φορές τον τελευταίο καιρό όπως ότι: «Η απάντηση της Εκκλησίας στην παγκοσμιοποίηση δεν είναι μόνο η άμυνα της εθνικής ταυτότητας, αλλά κυρίως η πρόταση της οικουμενικότητας και καθολικότητάς της στο πνευματικό επίπεδο».
Χρησιμοποιώντας κάποια λόγια του Γερμανού προέδρου Βάιτσεκερ που είχε πει ότι «Ευρωπαϊκή Κοινότητα σημαίνει σεβασμός της εθνικής ταυτότητας κάθε χώρας», τονίζοντας παράλληλα τη θέση της Ελλάδας, ο κ. Χριστόδουλος φώναξε με λαϊκισμό: «Ετσι μας βλέπουν οι σοβαροί ξένοι. Κι εμείς πάμε με απίστευτη ελαφρότητα να αχρηστεύσουμε τα ερείσματά μας; Αναρωτιέμαι και ρωτάω. Ποιοι είναι αυτοί που θέλουν να διχάσουν το λαό και την κοινωνία και να τον διαχωρίσουν ανάμεσα σε πολίτες του προοδευτικού δήθεν κράτους και σε πιστούς της οπισθοδρομικής δήθεν Εκκλησίας;»
Και λίγο αργότερα: «Αναρωτιέμαι όμως τι σημαίνει προοδευτική άποψη στις ημέρες μας. Σημαίνει άρνηση του διαλόγου; Σημαίνει αυταρχική και άνευ συζητήσεως επιβολή αποφάσεων; Σημαίνει άρνηση πολυφωνίας; Σημαίνει ισοπέδωση των ευαισθησιών, έστω κι αν αυτές κρίνονται από κάποιους λανθασμένες; Σήμερα που οι συνθήκες επιβάλλουν την ενίσχυση της εθνικής συνείδησης του λαού, μπροστά στο χαλασμό που έρχεται, ο λαός αντιλαμβάνεται σαφέστερα, με μια θαυμαστή διαίσθηση, και στρέφεται εναγώνια προς την Εκκλησία ως Κιβωτό της σωτηρίας».
Επιτέθηκε όμως και στους διανοούμενους, που τους χαρακτήρισε ανιστόρητους: «Στην αυγή του 21ου αιώνα κάποιοι δείχνουν να αγνοούν παντελώς την Iστορία του 18ου και 19ου αιώνα στον τόπο αυτό. Γιατί αν ήξεραν την Iστορία, θα εγνώριζαν ότι σε ορθόδοξους Ελληνες κληρικούς οφείλετο η εισαγωγή και η καλλιέργεια των γραμμάτων και των προοδευτικών αρχών και απόψεων στην Ελλάδα».
Και άρχισε και πάλι το τροπάριο, το οποίο εδώ κι ένα μήνα ψάλλει και έχει ονομάσει «θρησκευτικός αποχρωματισμός»:
«Στον αποκλεισμό από τις νέες ταυτότητες του θρησκεύματος που υπάρχει από 80 χρόνια, βλέπουμε μπροστά μας την επιχείρηση να εξοβελισθούν σιγά-σιγά από τη δημόσια ζωή ένα προς ένα όλα τα στοιχεία της θρησκευτικότητάς μας, ώστε να φθάσουμε σταδιακά στον πλήρη θρησκευτικό αποχρωματισμό της κοινωνίας και τους κράτους. Σήμερα βγαίνει το θρήσκευμα από τις ταυτότητες, αύριο τα θρησκευτικά από τα σχολεία, την άλλη ο σταυρός από τις σημαίες, την παράλλη οι ιερές εικόνες από τα δημόσια καταστήματα. Θα επιβληθή υποχρεωτικά ο πολιτικός γάμος, θα υποβαθμισθή η Εκκλησία στο επίπεδο ιδιωτικής φύσεως θεσμού, θα αποχριστιανισθή ο δημόσιος βίος».
Aφησε όμως και ένα μικρό παραθυράκι ανοιχτό λέγοντας: «Εμείς εξακολουθούμε να ζητάμε τον διάλογο με την κυβέρνηση. Και ο κ. πρωθυπουργός δεν έπρεπε να περιφρονήσει την Εκκλησία και να αρνηθεί να συναντηθή ο ίδιος μαζί της, όταν βλέπει καθημερινά πλήθος κοινωνικών ή άλλων φορέων όπως έγινε και τις τελευταίες ημέρες με αφορμή την ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ».
Προέβλεψε, όπως κάνουν τελευταία και αρκετοί πολιτικοί από τα «τηλεοπτικά παράθυρα», ότι «ένα βαθύ κοινωνικό ρήγμα αρχίζει να δημιουργείται εξαιτίας όλων αυτών που σας ανέπτυξα και το ρήγμα αυτό πρέπει επειγόντως να κλείσει. Οι καιροί είναι δύσκολοι και η ενότητα του λαού αναγκαία». Και στη συνέχεια πρόσθεσε: «Δεν είμαστε αντιμέτωποι ούτε με το ΠΑΣΟΚ ούτε με την κυβέρνηση, αλλά με μία συγκεκριμένη κυβερνητική πράξη». Aφησε για το τέλος όμως το καλό (;): «Η Εκκλησία στα 2.000 χρόνια της έχει αντιμετωπίσει πολλές δοκιμασίες και από όλες έχει βγει νικητής»
|