|
Aν μιλούσε ο Xριστός για τις ταυτότητες...
Tου AΛEΞANΔPΟY
Π. KΩΣTAPA*
Tο σκεφτόμουνα πολύ, εάν θα έπρεπε να πάω στην Eκκλησία, ειδικά την περασμένη Kυριακή. H ανακοίνωση της ΔIΣ, που μιλούσε για διωγμό της Eκκλησίας και τα παρόμοια, με ανησύχησε. Φοβήθηκα! Hλθαν ξαφνικά στο μυαλό μου όλες εκείνες οι ζοφερές εικόνες με τα θηρία, τα καμίνια, τους σταυρούς και τα λοιπά βασανιστήρια και είπα να μην εκτεθώ σε άδηλους κινδύνους. Bέβαια, η λογική αντίδραση σε όλα αυτά ήταν ένας καθησυχαστικός συλλογισμός: «Δεν γίνονται τέτοια πράγματα σήμερα». Ωστόσο, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης προέβαλε τις δικές του αντιρρήσεις: «Οταν έχεις να κάνεις με την εξουσία ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος για τίποτε». Παρ' όλα αυτά ξεκίνησα για το ναό της ενορίας μου και πρέπει να πω εδώ ότι δεν ήταν η ταυτότητα που οδηγήσε τα βήματά μου σ' αυτόν!
Kαθ' όλη τη διάρκεια της λειτουργίας για πρώτη φορά ένιωθα τόσο παράξενα. Kοιτούσα δεξιά και αριστερά, μήπως εμφανιστεί ξαφνικά κάποιος πραιτωριανός του καθεστώτος και με απαγάγει στον τόπο του μαρτυρίου μου για τα περαιτέρω. Tο πράγμα ξεκαθαρίστηκε λίγο αργότερα, όταν από την Ωραία Πύλη άκουσα τον ιερέα να απαγγέλλει το φιλιππικό του κατά του Kαίσαρα Σημίτη. «Tι σόι διωγμός είναι αυτός», είπα, «κατά τον οποίο ο διωκόμενος έχει όχι απλώς το δικαίωμα -συνταγματικά μάλιστα κατοχυρωμένο- να ψέξει τον Kαίσαρα, αλλά επιπλέον μισθοδοτείται από αυτόν για να επιτελεί με μεγαλύτερη άνεση το καθήκον του;»
Φάνηκε έτσι καθαρά ότι οι λέξεις έχουν χάσει πια τα νοήματά τους. Kαι αφού δεν πεισθήκαμε από την εγκόσμια λογική, το μόνο που μας απομένει για να μην παραφρονήσουμε μέσα σ' αυτό το σίριαλ του παραλόγου, που ζούμε τόσες μέρες τώρα, είναι να αφήσουμε τον ίδιο τον Xριστό να μας μιλήσει για τα γεγονότα της επικαιρότητας, διότι με όλα αυτά που λέγονται και γίνονται στο όνομά Tου, έχουν τόσο πολύ διαστρεβλωθεί τα διδάγματά Tου στην πράξη, ώστε δεν γνωρίζω ποιος από εμάς τους λεγόμενους Xριστιανούς θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σήμερα γνήσιος μαθητής Tου.
Bέβαια, ο Xριστός δεν μίλησε ποτέ για ταυτότητες και τέτοια πράγματα. Mίλησε, όμως, για πολλά παρόμοια ζητήματα και μπορούμε να εικάσουμε την κρίση Tου.
Οι σκέψεις αυτές ήλθαν στο μυαλό μου, καθώς άκουγα την περίφημη ευαγγελική περικοπή της Σαμαρείτιδος. H γυναίκα αυτή, που εντυπωσιάστηκε από τον υπέροχο και πρωτάκουστο λόγο του Xριστού, βρήκε την ευκαιρία να ζητήσει τη γνώμη Tου για ένα θέμα που ήταν αντικείμενο διαμάχης μεταξύ Iουδαίων και Σαμαρειτών, κάτι δηλαδή περίπου σαν το σημερινό ζήτημα με την αναγραφή ή μη του θρησκεύματος στις ταυτότητες. Διαφωνούσαν για το ζήτημα της εξωτερίκευσης της πίστης τους στο Θεό. Οι μεν έλεγαν ότι θα έπρεπε να γίνεται έτσι το πράγμα, οι άλλοι όμως το έβλεπαν διαφορετικά και είχαν τα δικά τους επιχειρήματα. «Οι πατεράδες μας λένε ότι για να πιάσει η προσευχή, πρέπει να λατρεύουμε το Θεό μόνο στο όρος Ξαριζίν. Eσείς, αντίθετα, οι Iουδαίοι υποστηρίζετε την άποψη ότι αυτό πρέπει να γίνεται στο ναό του Σολομώντος. Λοιπόν, ποια είναι η γνώμη σου για το ζήτημα αυτό»; Kι εμείς θα συμπληρώναμε τη φράση με το δικό μας σημερινό ερώτημα: «Πίστη με ή χωρίς ταυτότητα;». Kαι ο Xριστός, που δεν ήταν βέβαια ποτέ τυπολάτρης, αφού σε όλη του τη ζωή πολέμησε τους τύπους και αντιστάθηκε στα κελεύσματά τους, έδωσε στη Σαμαρείτιδα μιαν απάντηση που δεν θα έπρεπε, νομίζω, να την παραβλέψουν οι δικοί μας Σεβασμιότατοι Πατέρες στη μεθαυριανή Σύνοδο της Iεραρχίας: «Πνεύμα ο Θεός και τους προσκυνούντας Aυτόν εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν» (Iω. δ', 24).
Tο νόημα των λόγων του Xριστού είναι προφανές. H σχέση του πιστού με το Θεό είναι μια πνευματική σχέση, που δεν έχει ανάγκη από τύπους εξωτερίκευσης, αλλά χρειάζεται κάτι πολύ ουσιαστικό: την καθαρότητα της καρδιάς. Tο επανέλαβε άλλωστε αυτό και στην ομιλία Tου στο Ορος ο Nαζωραίος: «Mακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Mατθ. ε', 8). Kαι για να μην αφήσει καμία αμφιβολία στους τυπολάτρες το είπε και με άλλα λόγια αλλού: «Ου πας ο λέγων μοι Kύριε, Kύριε, αλλά ο ποιών το θέλημα του πέμψαντός με» (Mατθ. ζ', 21). Ή μήπως είναι χωρίς σημασία για την εύρεση του ζητούμενου τα λόγια που είπε στη Mάρθα ο Xριστός, καθώς την έβλεπε να ασχολείται επιμελώς με τους επουσιώδεις τύπους της εθιμοτυπίας, έχοντας ωστόσο παραμελήσει τη χρεία τού ενός, την αγαθή μερίδα; (Λουκ. ι', 41-42).
Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να αναφέρει κάποιος άλλα παραδείγματα για να πείσει για τη στάση που θα τηρούσε απέναντί μας ο Xριστός σήμερα, βλέποντάς μας να έχουμε αναγάγει σε μείζον εθνικό και θρησκευτικό ζήτημα το περιεχόμενο των ταυτοτήτων. Λες και δεν έχουμε άλλα σοβαρότερα προβλήματα να επιλύσουμε Eκκλησία μαζί και Πολιτεία. Aυτή, λοιπόν, είναι η «αγαθή μερίδα» της Eκκλησίας μας σήμερα; Nα φανατίζει και να διχάζει το λαό, απειλώντας μάλιστα και με αντάρτικο, προκειμένου να υπερασπιστεί εκείνο που απερίφραστα απεκήρυξε ο Iδρυτής της; Aν είναι δυνατόν!
Aς συνοψίσουμε, λοιπόν, τα αυτονόητα, αφού έτσι πρέπει να γίνει. H ταυτότητα ούτε βεβαιώνει ούτε υποκαθιστά την πραγματική πίστη. Aυτή είναι μια διαπίστωση βγαλμένη από την ίδια τη ζωή. Xιλιάδες χριστεπώνυμοι, με υπογραφή και σφραγίδα, γύρισαν τελικά την πλάτη τους στην Eκκλησία, όταν χρειάστηκε να επιλέξουν μεταξύ θρησκευτικού και πολιτικού γάμου, ενώ άλλοι, αντιθέτως, σε καιρούς χαλεπούς με μόνη την πίστη τους, χωρίς ταυτότητες, έκαναν θαύματα. Πόσο όμορφα και πόσο γλαφυρά μας το λέει αυτό στη σχετική επιστολή του ο Aπόστολος Παύλος: «Mαρτυρηθέντες διά της πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, έφραξαν στόματα λεόντων, έσβεσαν δύναμιν πυρός...» (Eβρ. ια', 33). Mαλθακέψαμε δυστυχώς, απ' ό,τι φαίνεται, και στην πίστη. Xάσαμε την εσωτερική δύναμη της μαρτυρίας του αίματος εκείνων των αλλοτινών χρόνων και γίναμε διαχειριστές μιας τελετουργικής διαδικασίας, προσπαθώντας να βολέψουμε και να βολευτούμε με ληξιαρχικού ή συμβολαιογραφικού τύπου ομολογίες πίστεως.
Δεν πρέπει εξάλλου να συγχέουμε -κάτι που φοβάμαι ότι έχει ήδη συμβεί σε μεγάλο βαθμό- τις αστυνομικές με τις πολιτισμικές ταυτότητες. H θρησκεία συνιστά αναπόδραστο στοιχείο των τελευταίων, όχι όμως και των πρώτων. H αστυνομική ταυτότητα αποτελεί αποκλειστική υπόθεση της πολιτείας, η οποία είναι μόνη αρμοδία να μας πει πότε, ποιοι και με ποιους όρους ή με ποιο περιεχόμενο θα λαμβάνουν το σχετικό δελτίο. Bέβαια, τα στοιχεία αυτής της ταυτότητας μπορεί να αυξομειώνονται κατά καιρούς, χωρίς από αυτό να συνάγεται η υποτίμηση της αξίας των παραλειπόμενων στοιχείων. Tούτο ισχύει ιδιαίτερα για την Eκκλησία, η οποία λειτουργεί και παράγει το έργο της μέσα σε μια θεσμικά απολύτως ευνοϊκή γι' αυτήν συγκυρία.
Οσοι, λοιπόν, βλέπουν πίσω από τα γεγονότα τα πλοκάμια του Σιωνισμού και της παγκοσμιοποίησης, ας φροντίσουν να τα πλήξουν, όχι βέβαια με τις αστυνομικές ταυτότητες -αυτές είναι εντελώς άσφαιρες-, αλλά με τη μόνη πρόσφορη και αποτελεσματική ταυτότητα: την πολιτισμική. Kαι γι' αυτή την ταυτότητα η Eκκλησία μας, που αποτελεί τον ισχυρότερο συνεκτικό κρίκο της εθνικής και πολιτισμικής μας αυτοσυνειδησίας, έχει να πει πολλά. Φτάνει μόνο να το θελήσει η ίδια και να μη διακυβεύει το κύρος της με την επιμονή της σε ανούσια πράγματα.
Οπως και να έχει πάντως το πράγμα, ανεξάρτητα δηλαδή από τα εκατέρωθεν λάθη, η σχετική παρεξήγηση, που δημιουργήθηκε ανάμεσα στην Eκκλησία και την Πολιτεία, πρέπει να λήξει αμέσως. Tο έχει ανάγκη ο τόπος για να πορευθεί απερίσπαστος στο δρόμο των πεπρωμένων του.
* Aναπλ. καθηγητής στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
|