ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - Για να μη μένετε θεατές στα γεγονότα
Παρασκευή 30/06/2000

ΚΑΙΡΟΣ

ΣΤΗΛΕΣ

ΣΦΥΓΜΟΣ
ΑΠΟΨΕΙΣ
ΠΟΛΙΤΚΑ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ
ΑΝΑΛΥΣΗ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ
ΚΑΦΕΝΕΙΟ Η ΕΛΛΑΣ
ΔΙΕΘΝΗ
ΠΡΟΣΩΠΑ

ΟΔΗΓΟΙ

ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ
ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΙ
ΘΕΑΤΡΑ
ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ
ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΑ MEDIA




ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - ΤΕΧΝΕΣ
Ο διάσημος ηθοποιός, ένα από τα ιερά «τέρατα» του ιταλικού κινηματογράφου, ο Βιτόριο Γκάσμαν, δεν υπάρχει πια. Πέθανε χθες στο σπίτι του στη Ρώμη, από καρδιακή προσβολή, σε ηλικία 78 χρόνων. Ο πιο κομψός ηθοποιός της ιταλικής σκηνής και του κινηματογράφου (τον κινηματογράφο τον θεωρούσε «διάλειμμα»), περιστασιακά και σκηνοθέτης, πρωταγωνίστησε σε περισσότερα από 60 θεατρικά έργα και περισσότερες από 100 ταινίες. Θεωρείται μάλιστα ένας από τους βασικούς δημιουργούς της «κομέντια αλά ιταλιάνα», μαζί με τους σκηνοθέτες Ντίνο Ρίζι, Ετορε Σκόλα και Μάριο Μονιτσέλι.

Γεννημένος το 1922 στη Γένοβα, ο Γκάσμαν έκανε το ντεμπούτο του στο θέατρο στο Μιλάνο το 1943, στο έργο «La nemica», σε ηλικία μόλις 21 χρόνων. Μέχρι το 1946, που γυρίζει την πρώτη ταινία του (Preludio d' amore), θα εμφανιστεί σε 40 περίπου θεατρικά έργα. Στην αρχή κάνει την εμφάνισή του ως ζεν πρεμιέ σε διάφορες περιπέτειες εποχής («Η κόρη του λοχαγού» του Μάριο Καμερίνι, «Ο μυστηριώδης καβαλάρης» του Ρικάρντο Φρέντα κ.ά.), η ταινία όμως που τον κάνει διάσημο στην Ιταλία αλλά και διεθνώς είναι η νεορεαλιστική «Πόθοι στους βάλτους» (1948), του Τζιουζέπε τε Σάντις.

Στις αρχές της δεκαετίας του '60 πήγε για ένα σύντομο διάστημα στο Χόλιγουντ όπου έπαιξε σε διάφορες ταινίες το ρόλο του «Λατίνου εραστή», αν και η καλύτερη ταινία του παραμένει η επική διασκευή του έργου του Τολστόι «Πόλεμος και ειρήνη» (1956) του Κινγκ Βίντορ. Εκεί θα παντρευτεί και τη δεύτερη γυναίκα του, την ηθοποιό Σέλεϊ Γουίντερς, που αργότερα θα χωρίσει. Η μεγάλη επιτυχία της κωμωδίας «Ο κλέψας του κλέψαντος» (1958) που ο Γκάσμαν γυρίζει με τον Μάριο Μονιτσέλι τού ανοίγει μια νέα καριέρα κωμικού.

Σε ταινίες όπως «Ο μεγάλος πόλεμος» (1959) του Μονιτσέλι, «Ο φανφαρόνος» (1962) του Ντίνο Ρίζι, «Δύο γοητευτικά τέρατα» (1963) και πάλι του Ρίζι, «Οι γενναίοι του Μπρανκαλεόνε» (1966) του Μονιτσέλι και πολλές άλλες γυρισμένες στη δεκαετία του '60, ο Γκάσμαν κατάφερε να επιβάλει ένα συγκεκριμένο τύπο. Συχνά «μάτσο», κυνικό και εγωιστή, συχνά και ειρωνικό, ακόμη και τραγικό, που ενσάρκωνε με εκπληκτική άνεση και φρεσκάδα. Φτάνει να το θυμηθούμε στο «Φανφαρόνο» να ξελογιάζει κυριολεκτικά με τα λόγια του τον άβγαλτο νεαρό του Ζαν-Λουί Τρεντινιάν ή στο ρόλο του σπαραξικάρδιου ιππότη που ξεκινάει για τις Σταυροφορίες στους «Γενναίους του Μπρανκαλεόνε» για να καταλάβουμε το μέγεθος του ταλέντου του.

Ανάμεσα στους καλύτερους ρόλους του είναι κι εκείνος στο «Αρωμα γυναίκας» (1975) του Ρίζι, ρόλο για τον οποίο κέρδισε το βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ των Κανών - ριμέικ της ταινίας γύρισε το Χόλιγουντ με πρωταγωνιστή τον Αλ Πατσίνο. Αναφέρω ακόμη τους ρόλους του σε ξένες ταινίες, όπως στα «Παντρολογήματα» του Ρόμπερτ Ολτμαν και «Η ζωή είναι ένα ρομάντσο» του Αλέν Ρενέ.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε και την προσφορά του Γκάσμαν στο θέατρο, που ποτέ δεν εγκατέλειψε. Το 1952, ο ηθοποιός ίδρυσε το δικό του θίασο (Teatro d' Arte Italiano) και σημείωσε μεγάλη επιτυχία ανεβάζοντας τον «Αμλετ» του Σέξπιρ. Ανάμεσα στους άλλους ρόλους του αναφέρω εκείνους του Οθέλου και του Ορέστη. Ξεχωριστή αίσθηση έκανε η ερμηνεία του στα «Καπνοτόπια» που ανέβασε στο θέατρο ο Λουκίνο Βισκόντι. Μόλις πρόσφατα ο Γκάσμαν σημείωσε μεγάλη επιτυχία ερμηνεύοντας τον πλοίαρχο Εϊχαμπ στη θεατρική διασκευή του έργου του Χέρμαν Μέλβιλ «Μόμπι Ντικ».

Μιλώντας για το πώς φαντάζεται το θάνατο σε μια συνέντευξή του που έδωσε σε γαλλικό περιοδικό το 1986, ο Γκάσμαν ανέφερε: «Πιστεύω ότι εκτυλίσσεται εκεί απ' όπου περνούν και οι λέξεις: στο λάρυγγα. Είδος στραγγαλισμού», ενώ, πολύ πιο πρόσφατα, αποχαιρετώντας το παλκοσένικο το 2000, μιλώντας και πάλι για το θάνατο είπε: «Ο θάνατος δεν με απασχολεί, με αηδιάζει».

ΝΙΝΟΣ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ

 


Επικοινωνήστε με την "E on-line"

Copyright © 2000 Χ. Κ. Τεγόπουλος Εκδόσεις Α.Ε.

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική, ή κατά παράφραση, ή διασκευή απόδοση του περιεχομένου της ηλεκτρονικής εφημερίδας με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή αλλο, χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του εκδότη. Νόμος 2121/1993 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου πού ισχύουν στην Ελλάδα.