|
Της ΦΩΤΕΙΝΗΣ ΜΠΑΡΚΑ
Εχει εμφανιστεί στις μεγαλύτερες όπερες του κόσμου κι έχει συνεργαστεί με τους κορυφαίους μαέστρους της εποχής μας. Εχει συμμετάσχει σε δεκάδες διοργανώσεις και φεστιβάλ φιλανθρωπικού και πολιτικού χαρακτήρα, υπήρξε πρέσβειρα καλής θέλησης στην Οργάνωση υπέρ των Προσφύγων του ΟΗΕ, έδωσε σειρά ρεσιτάλ στο Ντουμπρόβνικ και στο Σεράγεβο, περιόδευσε στην Αφρική... Η δημοφιλής σοπράνο Μπάρμπαρα Χέντριξ, εκτός από μια σπουδαία ερμηνεύτρια, είναι και μια σπουδαία γυναίκα. Η ζεστή φωνή της στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής σού μιλάει σαν να σε ξέρει από χρόνια. Χωρίς σνομπισμό, χωρίς τις προφυλάξεις μιας ντίβας.
Η ίδια, γεννημένη στην Aμερική την εποχή που το απαρχάιντ βασάνιζε και σκότωνε
τους συμπολίτες της, ξέρει τι σημαίνει ανθρωπιά και αγάπη. Απέκτησε τα πολιτικά δικαιώματά της το 1966 και θεωρεί -ακόμη και σήμερα, που έχει γυρίσει
τον κόσμο όλο- ότι είναι το πολυτιμότερο δώρο που της έκαναν.
Πριν από μερικούς μήνες στη Γαλλία, όπου ζει από το 1977, ίδρυσε ένα μικρό, «προσωπικό» όπως λέει, ίδρυμα για την Ειρήνη και την Συμφιλίωση. «Τα χρόνια που δούλεψα στα Ηνωμένα Εθνη συνειδητοποίησα ότι δεν κάνουμε σχεδόν τίποτα για
ν' αποτρέψουμε τις συρράξεις να ξεσπάσουν», μας λέει. «Και από τη στιγμή που έχουν γίνει και οι άνθρωποι έχουν εξωθηθεί να φύγουν από τα σπίτια τους και να
ζήσουν όλη αυτή την βαρβαρότητα, και πάλι αποτυγχάνουμε. Ο, τι κάνω πηγάζει από
την πεποίθησή μου ότι ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι ο σεβασμός των πολιτιστικών, φυλετικών, εθνικών, θρησκευτικών διαφορών μας».
Την Πέμπτη, η Μπάρμπαρα Χέντριξ θα βρίσκεται στο Βεάκειο του Πειραιά για μια μοναδική συναυλία, στο πλαίσιο του 1ου «Poseidon Festival» του Nέου Pεύματος. Θα ερμηνεύσει, μαζί με την εκπληκτική πολυμελή χορωδία του Moses Hogan, τα σπιρίτσουαλς, τη μουσική που την «συνοδεύει από τότε που γεννήθηκε».
- Τι θ' ακούσουμε την Πέμπτη;
«Θα τραγουδήσω α καπέλα, με την εκπληκτική χορωδία του Μόουζες Χόγκαν, σπιρίτσουαλς. Συνεργάστηκα με τη χορωδία, γιατί αν και είχα ήδη κάνει μια ηχογράφηση με σπιρίτσουαλς ήθελα να γυρίσω στην απαρχή, στη ρίζα αυτής της μουσικής. Τα σπιρίτσουαλς δεν είναι γκόσπελ κι εδώ έχει γίνει μια σύγχυση. Eίναι η μουσική των σκλάβων, είναι οι συλλογικές συνθέσεις τους. Είναι η έκφραση των παθών τους και συνάμα της ελπίδας τους. Σ' αυτήν τη μουσική αποτυπώνεται η ταύτισή τους με τον Χριστό, με τα δικά του Πάθη, τη Σταύρωση και τελικά την Ανάσταση. Οπως ίσως θα ξέρετε, ένα από τα λιγοστά που τους επέτρεπαν ήταν και η θρησκεία.
Με το πέρασμα των χρόνων, τα σπιρίτσουαλς χαρακτήρισαν όλη τη σύγχρονη μουσική. Ο ρυθμός τους επηρέασε τα μπλουζ, την τζαζ, τα γκόσπελ, ακόμη και την
ποπ. Στην αυθεντική μορφή τους, όμως, ήταν καθαρή μουσική χωρίς όργανα. Οι σκλάβοι τότε μπορεί να χρησιμοποιούσαν το πολύ ένα είδος αυτοσχέδιων ντραμς, αν τους αφήνανε. Αυτό θα σας δείξω. Τη μουσική ν' αποκαλύπτει την πραγματική της δύναμη, την αγνή της μορφή».
- Από πότε αρχίσατε ν' ασχολείστε μ' αυτήν τη μουσική;
«Από τότε που γεννήθηκα. Ο πατέρας μου ήταν ένας φτωχός ιεροκήρυκας στην εκκλησία και από τότε που ήμουν σε θέση να πω μια νότα, τραγουδούσα αυτήν τη μουσική. Τότε στις εκκλησίες δεν είχαν καθόλου όργανα και οι άνθρωποι τραγουδούσαν α καπέλα. Είναι η πρώτη μουσική που άκουσα, η πρώτη μουσική που τραγούδησα. Μ' έχει συνοδεύσει σε όλη μου τη ζωή».
«Tραγουδούσα στην Eκκλησία»
- Μέσω των σπιρίτσουαλς, λοιπόν, γνωρίσατε και την όπερα;
«Στην εκκλησία τραγουδούσα αυτήν τη μουσική. Στο σχολείο όμως, τραγουδούσαμε άλλα είδη: τζαζ, γκόσπελ, Μπαχ... Προσπαθούσαμε να κάνουμε κάθε Χριστούγεννα το "Μεσσία" του Χέντελ. Την κλασική μουσική, όμως, έτσι όπως την κάνω σήμερα, την ανακάλυψα ένα καλοκαίρι που προσκλήθηκα σε μια κατασκήνωση. Εκεί συνάντησα
τη δασκάλα μου Τζένι Τερέλ...».
- Πόσο χρονώ ήσασταν τότε;
- «20. Ηδη σπούδαζα Xημεία και Mαθηματικά στο πανεπιστήμιο. Επέστρεψα, τελείωσα τις σπουδές και πήγα σε ένα μουσικό σχολείο στη Νέα Υόρκη. Δεν είχα καμιά ιδέα τι θα βγει από αυτό, ούτε ήξερα τι σημαίνει μια μουσική καριέρα, πόσο μάλλον μια καριέρα στην όπερα. Ηξερα ωστόσο ότι είχα ένα ταλέντο, αυτό ήταν καθαρό μέσα μου. Επίσης, είχα την πεποίθηση ότι όταν ο Θεός σού δίνει κάτι, πρέπει να προσπαθήσεις να δεις πού θα σε οδηγήσει. Οταν έφτασα στη Νέα Υόρκη, ήξερα ότι πρέπει να αγωνιστώ να μάθω όσα περισσότερα μπορώ. Σκεφτόμουν τότε ότι είτε θα τελειώσω κι αυτό θα είναι μία ακόμη εμπειρία στη ζωή μου και θα γυρίσω στο πανεπιστήμιο να γίνω -για παράδειγμα- ερευνήτρια, καθηγήτρια, ή θα συνεχίσω κι όπου βγει...»
- Είχατε πολλές επιλογές;
«Βεβαίως. Με τις σπουδές που έκανα θα μπορούσα να πάω στην Ιατρική ή στη Νομική, που με ενδιέφερε λόγω της έλξης μου προς την πολιτική. Εξάλλου λατρεύω
ακόμη το πανεπιστήμιο μέχρι σήμερα. Τελικά δεν έγινε έτσι. Πριν τελειώσω τις μουσικές σπουδές μου, είχα ατζέντη, άρχισα τις οντισιόν και το ένα κονσέρτο έφερε το άλλο και να, 30 χρόνια αργότερα, είμαι εδώ κι ακόμη τραγουδάω...».
«Aπαλά, στο χώρο της μουσικής»
- Θυμόσαστε εκείνη τη στιγμή που είπατε στον εαυτό σας, ναι, είμαι φτιαγμένη γι' αυτό...
«Αυτό μου συνέβη αργότερα, όταν είχα ήδη πάρει το δρόμο να γίνω καλλιτέχνιδα, τότε που ο στόχος μου ήταν να υπηρετήσω την τέχνη μου. Συνάμα ανακάλυψα ότι μπορούσα να ζω απ' αυτό, να βοηθάω την οικογένειά μου. Μπήκα όμως στο χώρο της
μουσικής απαλά. Δεν ήταν μια δύσκολη αναγέννηση, ήταν μια απαλή μετάλλαξη και κάπου εκεί πρέπει να το ανακάλυψα. Δεν ήταν και πολύ εύκολα, καθώς δεν είχα καθόλου χρήματα, έπρεπε παράλληλα να δουλεύω και στην αρχή έκανα ένα κονσέρτο κάθε δύο μήνες. Αυτό ήταν καλό. Είχα μικρές δόσεις επιτυχίας, που με βοηθούσαν
να πάω παραπέρα, κι όχι μια ξαφνική μέθη ώστε να χάσω την ταυτότητά μου, το τι
είμαι».
- Γεννηθήκατε στο Αρκανσο των ΗΠΑ, την περίοδο του Απαρχάιντ με πολλές δυσκολίες... Οταν κάνατε τα πρώτα σας βήματα στον κατεστημένο «λευκό» κόσμο της όπερας, αλήθεια, πώς σας δέχτηκαν; Αντιμετωπίσατε δυσκολίες;
«Υπήρχε μια ολόκληρη γενιά μαύρων ερμηνευτών πριν από μένα. Αρχισα να τραγουδάω όπερα στη Γερμανία όπου είχαν πολλούς μαύρους Αμερικανούς ερμηνευτές. Ετσι δεν ήμουν ένα φαινόμενο. Ημουν ευτυχής γι' αυτό. Από τότε που
η Μάριαν Aντερσον τραγούδησε στη Μετροπόλιταν Οπερα, στο τέλος ουσιαστικά της καριέρας της, ακολούθησαν άλλα 20 χρόνια και μετά άρχισα εγώ. Οι γυναίκες, λοιπόν, δεν έχουν πρόβλημα, οι άντρες όμως έχουν. Ακόμη και σήμερα αντιμετωπίζουν πολλά εμπόδια. Με μένα ήταν ευπρόσδεκτοι.
Τώρα όμως βλέπω ότι είναι λιγότεροι οι τραγουδιστές, απ' ό,τι τότε. Τουλάχιστον εγώ ακούω για πολύ λιγότερους. Εχει να κάνει, πιστεύω, με το πώς λειτουργεί η βιομηχανία σήμερα. Οι νέοι δεν δίνουν χρόνο στον εαυτό τους να αναπτυχθούν καλλιτεχνικά, γιατί αν δεν κάνεις σε μια νύχτα μια φοβερή επιτυχία, τότε δεν υπογράφεις συμβόλαιο με εταιρεία. Ενα συμβόλαιο, βέβαια, να
τραγουδήσεις πράγματα που δεν ξέρεις καν πώς να ερμηνεύσεις! Εγώ έχω τριάντα χρόνια καριέρα και ακόμη εξελίσσομαι. Σήμερα θα είχα μάλλον πολύ μεγάλη δυσκολία να εισχωρήσω, γιατί δεν είμαι απ' αυτούς της επιτυχίας τής μιας βραδιάς. Δεν αντιμετώπιζα -από την αρχή- τη μουσική σαν προϊόν και είχα ανάγκη
να εξελιχθώ, να καταφέρω να τραγουδήσω αυτά που σήμερα είμαι σε θέση να ερμηνεύσω. Εγώ, δηλαδή, ενηλικιώθηκα με το ρεπερτόριό μου...».
«Mε δύο μόνο μικρόφωνα...»
- Σας ενοχλεί, σας απογοητεύει το γεγονός ότι σήμερα με την τεχνολογία μπορούμε να πατήσουμε ένα κουμπί και να έχουμε το ίδιο αποτέλεσμα με μια φωνή σαν τη δική σας, που χρειάστηκε 30 χρόνια για να φτάσει σ' αυτό το επίπεδο;
«Τα τελευταία χρόνια ηχογραφώ τα σόλο μου με όλο και λιγότερη τη χρήση της τεχνολογίας. Χρησιμοποιώ μόνο δύο μικρόφωνα κι ένα πιάνο, γιατί θέλω οι ηχογραφήσεις μου να είναι όσο το δυνατόν πιο κοντά σ'αυτό που ακούγεται στην αίθουσα των συναυλιών. Δεν θέλω να έρθει κάποιος να μ' ακούσει και να πει α, ακούγεται όπως στο δίσκο, ούτε να πάρει έναν δίσκο και να πει αυτό δεν έχει καμία σχέση μ' αυτό που άκουσα στη συναυλία. Ποτέ δεν μ' άρεσε ο ψηφιακός ήχος, γιατί είναι αφύσικος και το αποτέλεσμα είναι ένα γενικό μετζο φόρτε. Δεν
σου επιτρέπει να έχεις δυναμικές εναλλαγές... Με τη χρήση της τεχνολογίας ερμηνεύεις πολύ απαλά στο στούντιο και όταν τελικά το ακούς, η φωνή σου είναι τόσο δυνατά, που δεν ακούς καλά καλά το πιάνο...
Αυτό συμβαίνει τα τελευταία χρόνια στην ποπ μουσική. Βλέπεις τραγουδιστές τής ποπ που δεν μπορούν να ερμηνεύσουν live, γιατί ό,τι κι αν κάνουν είναι απλώς το πάτημα ενός κουμπιού. Δεν μπορούν, λοιπόν, χωρίς το μηχάνημα να ερμηνεύσουν
πάνω στη σκηνή, εκτός κι αν φέρουν το μηχάνημα στη σκηνή.
Ετσι μπήκε το μηχάνημα και στη δική μας μουσική. Οι καλλιτέχνες που φοβούνται ότι δεν θα αποδίδουν αργότερα καλά, ηχογραφούν για παράδειγμα ένα ψηλό σι και μετά το προσθέτουν στην τελική ηχογράφηση. Αυτό είναι ανέντιμο και απαράδεκτο.
Εγώ δεν το κάνω. Το πρόσωπο που βλέπεις στη φωτογραφία (γιατί δεν χρησιμοποιώ ψηφιακά ούτε στη φωτογράφηση) είναι το ίδιο μ' αυτό που βλέπεις στην πραγματικότητα. Ετσι είμαι και στις ηχογραφήσεις».
- Πιστεύετε ότι ζούμε σήμερα την πτώση των ορίων των μουσικών ειδών...
«Οχι. Αν μιλάμε για μένα, εγώ έχω ένα ευρύ ρεπερτόριο. Οταν τραγουδάω τζαζ, το
κάνω πολύ σοβαρά γι' αυτό και έχω ένα κοινό που μ' ακολουθεί όταν εμφανίζομαι σε φεστιβάλ τζαζ κι είναι αυτό που θέλει να μ' ακούει να ερμηνεύω και Μότσαρτ.
Δεν θεωρώ λοιπόν ότι υπερβαίνω τα εσκαμμένα, γιατί δεν περνώ από την κλασική μουσική στην τζαζ, απλώς ερμηνεύω τζαζ. Είναι το κοινό μου, που μάλλον υπερβαίνει τα εσκαμμένα. Ωστόσο κοροϊδεύουμε τους εαυτούς μας αν θεωρούμε ότι με το να τραγουδήσουμε σε μεγάλα στάδια τραβάμε κι ένα μεγαλύτερο κοινό. Αν δεν μπει η μουσική, όλα τα είδη, από τζαζ ώς κλασική, στα σχολεία, τότε δεν θα
δούμε ποτέ διευρυμένο το κοινό μας. Η τέχνη είναι απαραίτητη στη ζωή μας σαν τον αέρα που αναπνέουμε. Χωρίς αυτήν θα πεθάνουμε».
- Ποιο είναι το όνειρό σας;
«Να συνεχίσω να κάνω ό,τι κάνω, να μπορώ να δω τα παιδιά μου να μεγαλώνουν ευτυχισμένα και δυνατά, να δω εγγόνια...».
|