|
«Μια φορά κι έναν καιρό λίγο μετά τη θλίψη, λίγο πριν τη σιωπή»... Πώς είναι αλήθεια όταν ο Μίκης Θεοδωράκης βλέπει μεγάλες και μικρές στιγμές της ζωής του
να περνάνε μπροστά απ' τα μάτια του και, μάλιστα, «ντυμένες» με τις μουσικές του; Πώς είναι όταν κανείς έχει την ευκαιρία να βλέπει τον ίδιο τον Μίκη πώς αντιδρά, πώς συγκινείται ή πώς χαμογελά σε ένα τόσο προσωπικό «θέαμα»;
Οι «εύγλωττες» απαντήσεις δόθηκαν την Τετάρτη το βράδυ. Στο Αρχαίο Ωδείο Πάτρας, οπότε εγκαινιάστηκε το φετινό Φεστιβάλ Πατρών με την πρεμιέρα της μουσικοθεατρικής παράστασης (συμπαραγωγή του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας και του Διεθνούς Φεστιβάλ Πάτρας) με τίτλο «Μίκης Θεοδωράκης», που θα ταξιδέψει σ' όλη την Ελλάδα. Μια παράσταση με πολλή μουσική, λόγο και κίνηση, η οποία βασίζεται σε ιδέα του Θέμη Μουμουλίδη -σκηνοθετήθηκε από τον ίδιο- και έχει βασικό στόχο της το ξετύλιγμα του νήματος της ζωής του μεγάλου συνθέτη από τη γέννησή του -και πριν ακόμη από αυτή- ώς το 1974. Μέσα από κείμενά του και, το σημαντικότερο, με κύριο όχημα τις μουσικές του.
Aσφυκτικά γεμάτο
Στο ασφυκτικά γεμάτο αρχαίο Ωδείο (2.000 άτομα ήταν αυτά, ανάμεσά τους και ο Σταύρος Ξαρχάκος), στο οποίο ο Μίκης εκτός απ' τη συμβία του Μυρτώ είχε κοντά του και την κόρη του Μαργαρίτα αλλά και τα τέσσερα κοντοκουρεμένα εγγόνια του (όλα τους αγόρια), η δίωρη παράσταση ξεκίνησε με την τρυφερή φωνή ενός παιδιού. Του υποτιθέμενου μικρού ονειροπόλου Μίκη, για τον οποίο τα σήματα μορς φάνταζαν σαν τον ήχο των αστεριών. Για να αρχίσει αμέσως μετά να ξετυλίγεται η ιστορία «των πατρίδων» των γονιών του, της γέννησής του (στη Χίο), οι περιπέτειές του μέχρι...τις φυλακές Αβέρωφ. Με την υπόκρουση πάντοτε
των αγαπημένων μουσικών του, που ερμηνεύονταν από ζωντανή ενδεκαμελή μικτή ορχήστρα και -χορωδιακά- από 15 νέους ηθοποιούς. Οι οποίοι άλλοτε λευκοντυμένοι, άλλοτε μαυροντυμένοι (από τον Κώστα Βελινόπουλο) στο λιτό σκηνικό χώρο (μόνο δύο καφετιές επιφάνειες στις δύο άκρες της σκηνής είχαν προστεθεί) ξετύλιξαν διαλογικά ή με μονολόγους μεγάλες στιγμές της ζωής του Μίκη. Ενώ καθοδηγούμενοι από την Αποστολία Παπαδαμάκη χόρεψαν από τανγκό μέχρι
ροκ εντ ρολ, με προεξάρχουσα την αέρινη Κατερίνα Κερβανίδου.
Για τη σκιαγράφηση της προσωπικότητας του Μίκη, μέσω των σκέψεών του (η επιλογή των κειμένων ήταν της Κάκιας Ιγερινού) και της μουσικής του, η θεατρικότητα της ερμηνείας της Τάνιας Τσανακλίδου και του Κώστα Μακεδόνα ήταν ένα ζητούμενο που δικαιώθηκε. Οι ερμηνευτές σαν «κορυφαίοι του χορού» ερμήνευσαν με πάθος τα σημαντικότερα τραγούδια της μουσικής διαδρομής του Μίκη, ξεσηκώνοντας το κοινό.
Οσο για τον Γιάννη Μπέζο, που διευκρίνιζε πριν από την πρεμιέρα «δεν θα είμαι ο Μίκης της παράστασης» (αφού ήταν ένας αφηγητής, που απλώς κινούνταν με άνεση
από το τρίτο στο πρώτο πρόσωπο), με την καθάρια του φωνή δεν δίστασε να τραγουδήσει, χωρίς να προδώσει, αρκετές από τις μουσικές του Θεοδωράκη.
Χιούμορ, λοιπόν, πίκρα και τρυφερότητα. Ενθουσιασμός. Ολες οι ψυχικές μεταπτώσεις του Μίκη, όλα τα «μυστικά» αίτια πίσω από τις συνθέσεις του σε μια
νοερή «ενσάρκωσή» τους επί σκηνής.
Ο κεραυνοβόλος έρωτας
Ο μεγάλος κεραυνοβόλος έρωτάς του στα 10 του μόλις χρόνια με μια τριαντάρα, που τον έκανε να ζητήσει από τον πατέρα του να την πάρουν σπίτι τους, μια απ' τις τρυφερές εικόνες που πέρασαν σαν αστραπή μπροστά από τα μάτια των θεατών. Οπως και η Νομική, το Ωδείο, ο Πύργος. Η Τρίπολη, στην οποία το '40 ο Iταλός καραμπινιέρος Φεστούτζιο τραγουδούσε μπριόζικα το «Λα ντόνα ε μόμπιλε». «Τίποτα δεν είναι πιο πολύτιμο απ' την ελευθερία», το συνεχές μότο του Μίκη. Τα Δεκεμβριανά. Τα τανγκό του και τα βαριά του ζεϊμπέκικα (η ανάγνωση πολλών κειμένων του γινόταν απ' τις μαγνητοφωνημένες φωνές των Γιάννη Φέρτη, Πέτρου Φιλιππίδη, Λεωνίδα Κακούρη και Σταμάτη Μουμουλίδη. Ξεχώρισε ο Φέρτης...).
Χίος, Μυτιλήνη, Ψυττάλεια, η Ικαρία το '47. Ο Χιώτης. Οι ανησυχίες του για «την αρχή και το τέλος» του κόσμου, για το «συμπαντικό νου». Η πρώτη Συμφωνία του, η Μακρόνησος, η Κρήτη (οι ειρηνικές στιγμές με τις θείες του στο χωριουδάκι), το Παρίσι, η επιτυχία τού «Αν θυμηθείς τ' όνειρό μου». Ο Μπιθικώτσης, ο «Επιτάφιος» του Ρίτσου, η γνωριμία του με τον Σεφέρη, τότε που η γλυκιά Μαρώ είχε ξεκαρδιστεί ακούγοντάς τον να παίζει στο πιάνο, για πρώτη φορά, την ποίηση του άνδρα της. «Είναι που έχω συνηθίσει να την απαγγέλλει ο Γιώργος». Το «Περγιάλι», και το σεργιάνισμα στις ταβέρνες της Πλάκας για να πειστεί ο Σεφέρης πως η ποίησή του έγινε κτήμα του λαού... - ένα από τα μουσικά οράματα τού Μίκη.
Ο Νερούντα, ο Λόρκα. Το «Τραγούδι του νεκρού αδελφού».Οι χαροκαμένες μάνες. Μια διαρκής (αντιστικτική) αναφορά στον Χατζιδάκι: «Εγώ έγραψα την «Ομορφη πόλη», ο Χατζιδάκις την ίδια εποχή την "Οδό Ονείρων"». Βίοι παράλληλοι... «Οταν εγώ πρωτοπήγα στο Παρίσι, ο Χατζιδάκις ήλθε με τη "Στέλλα" και τη μυθική
Μελίνα». «Το Αξιον Εστί»...«το έργο της ζωής μου ίσως...».
«Και το λιμάνι, και το λιμάνι είναι μικρό. Θα σ' αγαπώ θα ζω μες στο τραγούδι,
θα μ' αγαπάς θα ζεις με τα πουλιά». «Η ισορροπία των ήχων τελικά είναι το παν», καταλήγουν οι συλλογισμοί του Μίκη. «Τώρα "πάνε" τα σήματα μορς. Ολα γίνονται μέσω των δορυφόρων». Χειροκρότημα. Η ιστορία μιας ολόκληρης γενιάς, μέσα από την προσωπική του ματιά, μέσα από τα δικά του βιώματα. Πώς να χωρέσει
μια ζωή μέσα σε δύο ώρες; Ηταν ένα δύσκολο στοίχημα. Σε γενικές γραμμές κερδήθηκε - χωρίς να λείψουν οι στιγμές σκηνικής «αμηχανίας». Αυτό δεν πιστοποιούν εξάλλου τα δάκρυα του Μίκη; Τα δάκρυα του κοινού, που σ' όλη την παράσταση παλλόμενο, άλλοτε τραγούδαγε, άλλοτε χειροκροτούσε;
ΙΩΑΝΝΑ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ
|