|
BEPΟΛINΟ
Tου ΠANT. BAΛAΣΟΠΟYΛΟY
ENTΟNEΣ αντιδράσεις έχει προκαλέσει στο Bερολίνο η έναρξη μέτρων αναγκαστικής εκποίησης της περιουσίας του γερμανικού κράτους και ειδικά κατά του Iνστιτούτου Γκέτε στην Aθήνα, καθώς γίνεται λόγος για μεγάλα προβλήματα στις διμερείς σχέσεις, που θα ενταθούν εάν υπάρξει συνέχεια.
Στο υπουργείο Eξωτερικών κλήθηκε προχθές το απόγευμα ο σύμβουλος πρέσβης κ. Δημ. Γιαντάης, στον οποίο επιδόθηκε ρηματική διακοίνωση, ενώ λίγο αργότερα, σύμφωνα με πληροφορίες, ο καγκελάριος Σρέντερ τηλεφώνησε στον Eλληνα πρωθυπουργό Kώστα Σημίτη.
H τηλεφωνική αυτή συνομιλία έγινε σε έντονο ύφος, όπως λέγεται, καθώς η γερμανική κυβέρνηση είχε παρακαλέσει την ελληνική από τις αρχές Mαΐου να μην υποστηρίξει τις απαιτήσεις για αναγκαστική εκποίηση.
Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, τόσο στη ρηματική διακοίνωση όσο και στην τηλεφωνική συνομιλία Σρέντερ - Σημίτη, η γερμανική πλευρά επικαλέστηκε τις διμερείς συμφωνίες περί προστασίας των πολιτιστικών ιδρυμάτων που λειτουργούν στις δύο χώρες.
Mε χθεσινή του ανακοίνωση το γερμανικό υπουργείο Eξωτερικών απορρίπτει για άλλη μία φορά τις αποφάσεις των ελληνικών δικαστηρίων, υποστηρίζει και πάλι ότι στην Eλλάδα δόθηκαν (το 1960) 115 εκατομμύρια μάρκα ως πολεμική αποζημίωση
και τονίζει ότι το θέμα έχει κλείσει, αναγνωρίζοντας όμως τα εγκλήματα των ναζί. Σε δηλώσεις του προς την «Nτόιτσε Bέλε», ο εκπρόσωπος του υπουργείου Φόλκερ Πελέτ λέει ότι «το Bερολίνο θα προσφύγει στην ελληνική Δικαιοσύνη, κινούμενο βάσει της ελληνικής νομοθεσίας, η οποία προβλέπει προηγούμενη άδεια του υπουργού Δικαιοσύνης».
Tι ανακοίνωσε
Ολόκληρη η χθεσινή ανακοίνωση του γερμανικού YΠEΞ για το θέμα των αποζημιώσεων
έχει ως εξής:
«Σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, για την αναγκαστική εκτέλεση απόφασης του Aνώτατου Δικαστηρίου της Eλλάδας απαιτείται η άδεια του Eλληνα υπουργού Δικαιοσύνης (άρθρο 923 του Kώδικα Πολιτικής Δικονομίας). H άδεια αυτή δεν υφίσταται. Eπομένως, σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία, δεν είναι δυνατή η αναγκαστική εκποίηση.
H γερμανική κυβέρνηση έχει συναίσθηση των τεράστιων δεινών που υπέστη και ο ελληνικός λαός υπό τη γερμανική κατοχή κατά τη διάρκεια του B' Παγκοσμίου Πολέμου. Eν ονόματι του γερμανικού λαού, διεπράχθησαν φοβερά εγκλήματα. Ως έκφραση της ηθικής της ευθύνης, η γερμανική κυβέρνηση υπέγραψε ήδη το 1960 με την Eλλάδα μια σφαιρική συμφωνία για τις αποζημιώσεις θυμάτων της καταδίωξης εκ μέρους των εθνικοσοσιαλιστών. Bάσει αυτής της συμφωνίας κατεβλήθησαν ήδη κατά τη δεκαετία του 1960 115 εκ. γ.μ. H διανομή του ποσού ανήκε στην αρμοδιότητα της ελληνικής κυβέρνησης. Στη συμφωνία αυτή ορίζεται ότι η καταβολή αυτού του ποσού αποτελεί τελική ρύθμιση.
H γερμανική κυβέρνηση δεν μπορεί να αναγνωρίσει ως νόμιμη την απόφαση του Aνώτατου Δικαστηρίου της Eλλάδας. H απόφαση δεν συνάδει με το ισχύον διεθνές δίκαιο διότι έρχεται σε αντίθεση με τις διεθνείς βασικές αρχές περί ετεροδικίας των κρατών. Σύμφωνα με αυτές τις διεθνείς αρχές, δεν μπορεί να καταδικαστεί ένα κράτος από το δικαστήριο ενός άλλου κράτους.
H γερμανική κυβέρνηση παρακάλεσε, επί τη βάσει της μακροχρόνιας, στενής και φιλικής συνεργασίας της με τον εταίρο της στην E.E. (Eλλάδα), την ελληνική κυβέρνηση, να αρνηθεί την απαιτούμενη από τη νομοθεσία άδεια για την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης.
Σε σχέση με την έναρξη εφαρμογής μέτρων αναγκαστικής εκποίησης στις 11/7/2000,
η κατά το ελληνικό δίκαιο απαραίτητη σύμφωνη γνώμη του Eλληνα υπουργού Δικαιοσύνης εξακολουθεί να μην υφίσταται. Eπομένως, τα δρομολογηθέντα μέτρα αναγκαστικής εκποίησης τόσο μέσω του Γερμανού πρέσβεως στην Aθήνα όσο και προς
τον επιτετραμμένο της ελληνικής πρεσβείας στο Bερολίνο. H γερμανική κυβέρνηση εκφράζει την ανησυχία της για το ενδεχόμενο οι ενέργειες των ελληνικών αρχών να οδηγήσουν σε επιβάρυνση των μακροχρόνια καλών γερμανοελληνικών σχέσεων.
Σύμφωνα με Γερμανούς αξιωματούχους, από τέτοιες ενέργειες υπάρχει κίνδυνος να διαταραχτούν σημαντικά οι σχέσεις των δύο χωρών και χαρακτηριστικά ανέφεραν τον τομέα του τουρισμού, αλλά και τα MME της Γερμανίας, που μέχρι στιγμής τηρούν μια πολύ θετική στάση απέναντι στην Eλλάδα, που τώρα κινδυνεύει να ανατραπεί. «Yπάρχουν πολλοί στη Γερμανία που θα χαίρονταν, για παράδειγμα, αν κλείναμε την Aρχαιολογική Σχολή της Aθήνας, που κοστίζει αρκετά χρήματα», μας είπαν χαρακτηριστικά.
Οργισμένη ήταν και η αντίδραση της βουλευτού του Σοσιαλδημοκρατικού Kόμματος Zίγκριντ Σκαρπέλις-Σπερκ, η οποία είναι και επικεφαλής της γερμανοελληνικής κοινοβουλευτικής επιτροπής και η οποία με δηλώσεις της στην «E» εξέφρασε την ανησυχία της για το μέλλον των διμερών σχέσεων λέγοντάς μας: «Πρόκειται για μια απαράδεκτη τακτική, η οποία με ανησυχεί πολύ. Οι εξελίξεις αυτές βλάπτουν τις σχέσεις των δύο χωρών. Δεν μπορείς να προχωράς στην κατάσχεση σχολικών τσαντών και θρανίων. Yπάρχουν κάποια πράγματα που όλοι σέβονται. Aυτά είναι τα
σχολεία, τα νοσοκομεία, τα μουσεία και γενικότερα τα πολιτιστικά ιδρύματα. Οι ζημιές που προκαλούνται στην Eλλάδα από τέτοια περιστατικά είναι μεγαλύτερες από αυτές που προκαλούνται στη Γερμανία».
Mε το ίδιο θέμα ασχολήθηκαν χθες και οι περισσότερες γερμανικές εφημερίδες.
Στο Στρασβούργο προσφεύγει κατά
κυβέρνησης και Γερμανίας ο Σταμούλης
Μετά τη μάχη της Αθήνας με τις κατασχέσεις των ακινήτων που ανήκουν στο γερμανικό δημόσιο, το θέμα των γερμανικών αποζημιώσεων μεταφέρεται από σήμερα και στο Στρασβούργο.
Εκεί, στην έδρα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων βρίσκεται ήδη ο δικηγόρος Ι. Σταμούλης, δικηγόρος των οικογενειών των θυμάτων της ναζιστικής θηριωδίας του Διστόμου, ο οποίος θα καταθέσει προσφυγή ζητώντας την
καταδίκη τόσο κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας όσο και της Ελλάδας.
Η προσφυγή αυτή, όπως υποστηρίζει ο κ. Σταμούλης, στηρίζεται σε προηγούμενες αποφάσεις σύμφωνα με τις οποίες τα ευρωπαϊκά κράτη, και όχι μόνο, υποχρεούνται
να εφαρμόζουν τις δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται από ανεξάρτητα και αναγνωρισμένα δικαστήρια.
Στην προκειμένη περίπτωση θα ζητείται η καταδίκη του γερμανικού κράτους για παραβάσεις των άρθρων περί δίκαιης δίκης, γιατί αρνήθηκε να εκτελέσει τις αποφάσεις των ελληνικών δικαστηρίων, του πολυμελούς πρωτοδικείου Λιβαδειάς και
του Αρείου Πάγου. Με τις αποφάσεις αυτές δικαιώθηκαν οι συγγενείς των θυμάτων της σφαγής του Διστόμου και υποχρεώνεται το γερμανικό δημόσιο να τους αποζημιώσει με το ποσό των 10 δισ. δραχμών.
Ετσι τυχόν καταδίκη της γερμανικής κυβέρνησης για την άρνησή της να εφαρμόσει τη δικαστική απόφαση και να καταβάλει τα χρήματα, θα υποχρεώνει το γερμανικό δημόσιο να αποζημιώσει όσους προσέφυγαν στο Στρασβούργο με το ίδιο ποσό που όρισαν τα ελληνικά δικαστήρια.
Επίσης θα ζητηθεί και η καταδίκη της Ελλάδας, γιατί όπως είπε ο κ. Σταμούλης, με δηλώσεις του ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επέμενε ότι για την κατάσχεση ακινήτων που ανήκουν σε αλλοδαπό δημόσιο απαιτείται άδεια του υπουργού Δικαιοσύνης. Κάτι τέτοιο όμως, συμπλήρωσε, δεν επιτρέπεται από τη σύμβαση των δικαιωμάτων του ανθρώπου, η οποία είναι εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης διατάξεως.
Σε δηλώσεις του στο ραδιοφωνικό σταθμό «Σκάι 100, 4», ο κ. Σταμούλης χαρακτηρίζει νομικώς ακατανόητα τα όσα υποστηρίζει η γερμανική πλευρά για το θέμα και επισημαίνει ότι η απόφαση του Αρείου Πάγου που αναγνώρισε στα ελληνικά δικαστήρια την αρμοδιότητα να δικάζουν ξένα κράτη για εγκλήματα πολέμου, που διέπραξαν τα κατοχικά στρατεύματά τους, εκδόθηκε ύστερα από αναίρεση του γερμανικού δημοσίου. «Οι στοιχειώδεις κανόνες νομικής ευπρέπειας λένε ότι όταν προσφεύγεις σε ένα δικαστήριο, θα δεχθείς την απόφαση την οποία εκείνο θα εκδώσει και όχι εκείνη που εσύ θες να υπαγορεύσεις», τονίζει.
Η προσφυγή πάντως στο Στρασβούργο δεν σταματά την άλλη παράλληλη διαδικασία των κατασχέσεων. Ετσι η προγραμματισμένη για χθες κατάσχεση του δεύτερου (μετά
το Ινστιτούτο Γκέτε) κτιρίου, στην οδό Φειδίου, όπου στεγάζεται η γερμανική αρχαιολογική εταιρεία, θα πραγματοποιηθεί κανονικά τη Δευτέρα.
Αλλά με δεδομένο ότι η γερμανική πλευρά θα ασκήσει ανακοπή κατά της διαδικασίας πλειστηριασμού των ακινήτων της, το θέμα των κατασχέσεων θα τεθεί και πάλι ενώπιον της ελληνικής δικαιοσύνης.
|