|
Δέσμιοι
στη νοοτροπία
του Μιλόσεβιτς
Του ΜΙΧ. ΜΟΡΩΝΗ
Η
αμφιλεγόμενη επίσκεψη του υπουργού Eξωτερικών Γ. Παπανδρέουν στο Βελιγράδι έφερε για άλλη μια φορά στην επικαιρότητα το θέμα των σχέσεών μας με τον Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, που ταλανίζει την εξωτερική μας πολιτική την τελευταία δεκαετία. Από τις 16 Απριλίου του 1991, όταν τον υποδεχόμασταν στην Αθήνα ως αρχηγό κράτους αν και ήταν πρόεδρος της Σερβίας, μίας από τις ομόσπονδες Δημοκρατίες της πάλαι ποτέ Γιουγκοσλαβίας. Μια επίσκεψη που σηματοδότησε τη βαλκανική πολιτική μας τη μεταψυχροπολεμική εποχή, ταυτίζοντάς την με τον αρχομανή Μιλόσεβιτς.
Παίρνοντας μ' αυτό τον τρόπο θέση στη γιουγκοσλαβική κρίση πριν ξεσπάσουν οι εμφύλιες συγκρούσεις και ενώ εταίροι και σύμμαχοι κατέβαλλαν απεγνωσμένες προσπάθειες, από την άνοιξη μέχρι και το φθινόπωρο εκείνου του χρόνου, να διατηρήσουν ενωμένη τη Γιουγκοσλαβία, υπογραμμίζαμε τουλάχιστον την ιδιαιτερότητά μας. Προς τι όμως; Γιατί πιστεύαμε ότι έτσι εξυπηρετούνται τα συμφέροντά μας ή μήπως γιατί μας είχε συνεπάρει το αλαζονικό επιχείρημα «μόνο εμείς ως Βαλκάνιοι γνωρίζουμε την περιοχή και τα προβλήματά της»; Μήπως λόγω Ορθοδοξίας ή μήπως μας ερέθιζε η ιδέα της αντίστασης εναντίον των μεγάλων και ισχυρών;
Η
ταύτισή μας με τον Μιλόσεβιτς τον Απρίλιο του 1991 παρουσιάζεται ως εξυπηρετούσα τα εθνικά μας συμφέροντα έναντι της απειλής από την ΠΓΔ της Μακεδονίας. Και αυτό γιατί τον εμφανίζαμε ως το μόνο ηγέτη της πρώην Γιουγκοσλαβίας που αγωνίζεται για τη διατήρησή της, γεγονός που θα απέτρεπε τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου κράτους με το όνομα της Μακεδονίας, το οποίο θα οδηγούσε στην αποσταθεροποίηση της περιοχής, όπως ανέφερε το «Memorandum on Yygoslav Macedonia» του υπουργείου Eξωτερικών στις 3/9/1991.
Επρόκειτο όμως για τεράστιο σφάλμα της ηγεσία μας και των αρμόδιων υπηρεσιών, το οποίο πληρώνουμε ακόμη, αφού ήταν γνωστό -είχε δημοσιευθεί τότε στην «Ε» η είδηση- ότι Μιλόσεβιτς και Τούντζμαν είχαν συμφωνήσει για το διαμελισμό της Βοσνίας μεταξύ Σερβίας και Κροατίας κατά τη συνάντησή τους το Μάρτιο του 1991 στο Καραγιόργεβιτς της Βοϊβοντίνας. Γι' αυτό και ο Μιλόσεβιτς είχε απορρίψει στις αρχές του 1991 τις προτάσεις των ηγεσιών της Βοσνίας και της «Μακεδονίας» για τη δημιουργία μιας νέας ασύμμετρης ομοσπονδίας. Μια πρόταση που εξυπηρετούσε το στόχο της Αθήνας να μην υπάρξει ανεξάρτητο κράτος με το όνομα της Μακεδονίας, όχι όμως και του Μιλόσεβιτς, που επεδίωκε τη δημιουργία της μεγάλης Σερβίας, με τον ίδιο, ισόβιο απόλυτο άρχοντα.
Τα όσα αναφέρει μάλιστα στο με πρόλογο Α. Σαμαρά βιβλίο του με τον τίτλο «Πίσω από τις κλειστές πόρτες» ο Αλέξανδρος Τάρκας, δημιουργούν την εντύπωση ότι ο τότε υπουργός Εξωτερικών αποδεχόταν τα σχέδια του Μιλόσεβιτς περί κοινών συνόρων Ελλάδας - Σερβίας, με εθνοκάθαρση, αν όχι διαμελισμό, των Σκοπίων. Με το σκεπτικό ότι θα αντιμετωπιζόταν αποτελεσματικά ο αλυτρωτισμός των Σκοπίων.
Το κόστος έτσι της στήριξης της αρχομανίας του Μιλόσεβιτς, γιατί περί αυτού πρόκειται όπως επιβεβαιώνει το γεγονός ότι έφθασε μέχρι του σημείου να προδώσει τους Σερβοβόσνιους το καλοκαίρι του 1995 προκειμένου να διατηρήσει την εξουσία του, ήταν τεράστιο για τη χώρα μας και το πληρώνουμε ακόμη. Μπλέξαμε ενεργά στο γιουγκοσλαβικό πρόβλημα και αντί για ουδέτερη δύναμη σταθερότητας εμφανιστήκαμε ως άμεσα ενδιαφερόμενη δύναμη αποσταθεροποίησης των Βαλκανίων βοηθούσης και της κατά φαντασίαν «λαβίδας Σαμαρά». Ερχόμενοι μάλιστα σε σύγκρουση με εταίρους και συμμάχους, από τους οποίους εξακολουθούσαμε να ζητούμε την επιβολή των απόψεών μας στην ΠΓΔ της Μακεδονίας, αυτοπυροδοτήσαμε τον υφέρποντα στείρο αντιδυτικισμό μας. Αυτόν που βασιζόταν είτε στο ομόδοξο της Ορθοδοξίας είτε στην ιδέα της αντίστασης στα σχέδια των μεγάλων και ισχυρών σε βάρος των μικρών και αδυνάτων.
Το γεγονός ότι για μας οι Σέρβοι ήταν τα θύματα των δολοπλοκιών και των συγκρούσεων των Δυτικών ακόμη και όταν καταλάμβαναν το 69% της Βοσνίας με σφαγές και εθνοκάθαρση, είναι αποκαλυπτικό της προκατάληψής μας. Αυτής που δεν μπόρεσε να εξαλείψει ούτε ο Α. Παπανδρέου μετά το 1993, οπότε η Αθήνα, έχοντας συνειδητοποιήσει το βαρύ κόστος της ταύτισής της με τον Μιλόσεβιτς, άρχισε να αποστασιοποιείται από το Βελιγράδι.
Οι βάρβαροι βομβαρδισμοί του ΝΑTΟ κατά της Σερβίας, πέρσι, πυροδότησαν πάλι τα αντιαμερικανικά και αντιευρωπαϊκά μας συναισθήματα και έστεψαν για άλλη μια φορά τον Μιλόσεβιτς με το φωτοστέφανο του «ήρωα». Στα μάτια μας εμφανίζεται ως ο μεγάλος ηγέτης που αντιστέκεται ηρωικά στους ισχυρούς της Γης. Στις φαντασιώσεις μας δεν χωράνε ευθύνες του Μιλόσεβιτς. Διαγράφουμε ως μη γενόμενη την επί μια δεκαετία καταπίεση των Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου, προφανώς γιατί και αυτοί είναι άπιστοι μουσουλμάνοι. Δεν λαμβάνουμε υπόψη μας το παράδειγμα της Νότιας Αφρικής που επιβεβαιώνει ότι η μειοψηφία δεν μπορεί να καταπιέζει επ' άπειρον την πλειοψηφία. Ούτε θέλουμε να ξέρουμε ότι αρνήθηκε επί χρόνια να δώσει πολιτική λύση στο πρόβλημα, στο πλαίσιο της Γιουγκοσλαβίας.
Ακόμη και τον ηρωισμό και την καρτερία του σερβικού λαού κατά τους παράνομους ΝΑΤΟικούς βομβαρδισμούς προσωποποιούμε στον Μιλόσεβιτς. Η ταύτιση της Σερβίας και των Σέρβων με τον Μιλόσεβιτς είναι πλήρης στα μάτια μας. Γι' αυτό και δεν θέλουμε να θυμόμαστε ότι η Ορθόδοξη Eκκλησία της Σερβίας ζητεί επισήμως την παραίτησή του και αποδεχόμαστε την προπαγάνδα του Βελιγραδίου ότι όποιος Σέρβος είναι αντίθετος στον Μιλόσεβιτς είναι πράκτορας του ΝΑΤΟ. Δίνουμε συχωροχάρτι στο στυγνό αστυνομικό καθεστώς του, το οποίο, κατά το πρότυπο των Λατινοαμερικανών δικτατόρων, διώκει, φυλακίζει, δολοφονεί και απάγει τους αντιπάλους του. Και εξακολουθούμε να τον θεωρούμε δημοκρατικά εκλεγμένο πρόεδρο, αν και κόβει και ράβει το Σύνταγμα και τους νόμους στα μέτρα του και σ' αυτά της γυναίκας του, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του την ομόσπονδη Δημοκρατία του Μαυροβουνίου και φιμώνοντας τα ΜΜΕ.
Παρ' όλα αυτά μάλιστα είμαστε πεπεισμένοι ότι θα κάνει ελεύθερες και τίμες εκλογές. Δεν βλέπουμε καν ότι ο εκλογικός νόμος που έφτιαξε δεν ξεκαθαρίζει αν ο πρόεδρος εκλέγεται με απλή ή απόλυτη πλειοψηφία. Αν δηλαδή απαιτείται και δεύτερος γύρος σε περίπτωση που κανένας υποψήφιος δεν εξασφαλίσει πάνω από το 50% των ψήφων στον πρώτο. Πώς να μην καταγγέλλουμε επομένως τις παρεμβάσεις και επεμβάσεις των Δυτικών στα εσωτερικά της Γιουγκοσλαβίας; Να ξεχνάμε ότι επί χούντας εκλιπαρούσαμε την παρέμβαση και επέμβαση της Ευρώπης για την αποκατάσταση της δημοκρατίας και σήμερα χειροκροτούμε τη δίωξη του Πινοσέτ, που ξεκίνησε από τη Δύση.
Η
επίσκεψη σ' αυτό το κλίμα του υπουργού Eξωτερικών στο Βελιγράδι, τις παρανομές της παρωδίας των εκλογών, ήταν παρακινδυνευμένη. Εχοντας κατανοήσει η κυβέρνηση ότι τα συμφέροντά μας δεν εξυπηρετούνται από την αστάθεια στα Βαλκάνια, κύρια πηγή της οποίας είναι ο Μιλόσεβιτς, όπως ορθώς επισήμανε ο πρωθυπουργός, ο Γ. Παπανδρέου έπρεπε να ελιχθεί μεταξύ πραγματικότητας και λαϊκής δοξασίας. Να αντιγράψει την πολιτική που ακολούθησε η κυβέρνηση κατά τους ΝΑΤΟϊκούς βομβαρδισμούς. Από τη μια να στηρίξει την πολιτική εταίρων και συμμάχων που εξυπηρετεί τα εθνικά μας συμφέροντα, αφού αποσκοπεί στην εξάλειψη της βασικής πηγής αστάθειας στα Βαλκάνια, και από την άλλη να ικανοποιήσει το δημόσιο αίσθημα που εξακολουθεί να βλέπει τον Μιλόσεβιτς ως «ήρωα». Πράγμα ανέφικτο, δεδομένου ότι σήμερα δεν είναι άμεσα ορατοί οι κίνδυνοι και οι απειλές όπως κατά τους ΝΑΤΟϊκούς βομβαρδισμούς.
Το ανέφικτο της κάλυψης του χάσματος λαϊκού αισθήματος - εξυπηρέτησης εθνικών συμφερόντων ήταν φυσικό να δημιουργήσει τουλάχιστον παρεξηγήσεις με την Ουάσιγκτον και να προσφέρει ένα σημαντικό πλεονέκτημα στον Μιλόσεβιτς έναντι της Αθήνας. Αυτό που πρόβαλε ο Μιλόσεβιτς στην ανακοίνωσή του για τη συνάντησή του με τον Γ. Παπανδρέου. Τα φιλικά αισθήματα του ελληνικού λαού σε αντιδιαστολή προς τη φιλοαμερικανική πολιτική της κυβέρνησης, προς την οποία προσφέρει εμμέσως και μαθήματα ανεξαρτησίας, ειρήνης και σταθερότητας. Προς μεγάλη ικανοποίηση της αντιπολίτευσης, η οποία, είτε από λαϊκισμό είτε από ιδεολογία, συντηρεί το μύθο του Μιλόσεβιτς και κυρίως μια νοοτροπία που αντιστρατεύεται τα εθνικά μας συμφέροντα. Πότε επιτέλους θα εγκαταλείψουμε τις φαντασιώσεις μας και θα αντικρίσουμε την πραγματικότητα;
|