|
Η οργισμένη πανκ πιτσιρίκα από την Ισλανδία που κυκλοφόρησε το ντεμπούτο της στα έντεκά της χρόνια γνωρίζει την ωριμότητα. Παράλληλα με τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία του Λαρς φον Τρίερ «Χορεύοντας στο σκοτάδι» κυκλοφορεί το σάουντρακ της ταινίας με τίτλο «Selmasongs» και κάνει την αυτοκριτική της
«Ημουν η πρώτη που σιχάθηκα όλη αυτήν τη μαλακισμένη φρενίτιδα γύρω από το πρόσωπό μου. Αν ήμουν τώρα δεκατεσσάρων χρόνων θα γινόμουν ο χειρότερος εχθρός
μου. Εγινα μέρος εκείνου του συστήματος που ήθελα να καταστρέψω. Τώρα προσπαθώ
να διδαχτώ όσα περισσότερα μπορώ, ώστε να πάρω τη ρεβάνς στα σαράντα μου χρόνια, δηλαδή να καθήσω και να δουλέψω πραγματικά. Αυτός είναι ο σκοπός μου, αν παραμείνω καλό κορίτσι. Και είμαι καλό κορίτσι εδώ και πολύ καιρό».
Η πρώην πανκ από την Ισλανδια είναι πλέον τριάντα τεσσάρων χρόνων. Δεν διηγείται πια τα έξαλλα μεθύσια στα μπαρ του Ρέικιαβικ που τελείωναν με βουτιές στο χιόνι. Εχει μόλις κάνει το ντεμπούτο της στον κινηματογράφο, δίπλα
στην Κατρίν Ντενέβ, ως Σέλμα στην ταινία του Δανού Λαρς φον Τρίερ «Χορεύοντας στο σκοτάδι», ενώ της απονεμήθηκε το βραβείο της καλύτερης ηθοποιού στις Κάνες. Κι ενώ έπαιζε την τυφλή Τσέχα εργάτρια τη δεκαετία του '60 στην Αμερική, διεξάγοντας ομηρικούς καβγάδες με το σκηνοθέτη, έγραφε συγχρόνως και το σάουντρακ. «Δεκάξι ώρες την ημέρα δούλευα στα πλατό και ύστερα για μισή ώρα
κάθε βράδυ έγραφα μουσική, σχεδόν εξουθενωμένη. Αλλά τρέφω βαθύ σεβασμό για τον Λαρς. Ισως είπα κάποια πράγματα στις συνεντεύξεις και κάποιοι τα εξέλαβαν ως κατηγορίες. Στη πραγματικότητα υπερασπιζόμουν τη δουλειά του», λέει η ίδια.
Η Ντενέβ και ο Τομ Γιορκ των Radiohead δέχτηκαν να συμμετάσχουν στα φωνητικά. «Ηταν η πιο φιλόδοξη δουλειά μου. Εκεί κρύβονται τα δέκα χρόνια κλασικών σπουδών, αλλά και όλη η εμμονή μου με τον ηλεκτρονικό ήχο. Είναι το καλύτερό μου άλμπουμ, ή μάλλον, το άλμπουμ για το οποίο είμαι περήφανη».
Τα τρία χρόνια ενασχόλησης με το φιλμ έσβησαν όλη την προηγούμενη φήμη της Mπγιορκ ως εκκεντρικής ποπ σταρ που, όπως τους βετεράνους πανκ, την τρομοκρατούσαν μόνο η πλήξη και η ανία. Πριν ήταν η πιτσιρίκα που λάτρευε τον Στοκχάουζεν «για τη μουσική του, αλλά κυρίως ως φιλόσοφο, γιατί είχε αυτή την
αισιοδοξία στις απόψεις του». Μάθαινε παραδοσιακό καράτε «όχι για να με βοηθήσει να σκοτώνω με ένα χτύπημα, αλλά επειδή μου διδάσκει να χρησιμοποιώ το
οξυγόνο ως καύσιμο, γεγονός που με βοηθάει στις συναυλίες». Επινε βότκα από το
μπουκάλι, γιατί «αυτός είναι ο τρόπος των απογόνων των Βίκινγκς, από τους οποίους προέρχομαι, στο ποτό δεν υπάρχει μέση οδός, ή είσαι νηφάλιος ή απόλυτα
μεθυσμένος». Αγαπημένη της ηρωίδα ήταν η Σιμόν, ο χαρακτήρας στην «Ιστορία ενός ματιού» του Ζορζ Μπατάιγ, επειδή «εντυπωσιάστηκα από την ανηθικότητά της,
διάβασα το βιβλίο στα δεκαεφτά μου και άλλαξε τη ζωή μου, κατάλαβα ότι δεν ήμουν τρελή επειδή ακολουθώ το ένστικτο και τα πάθη μου».
Τώρα η δημόσια εικόνα της έχει αλλάξει. Πρόσφατα, στο Kοινοβούλιο της Ισλανδίας ο πρωθυπουργός δήλωσε ότι «η Μπγιορκ είναι η καλλιτέχνης που ενίσχυσε σημαντικά τη δόξα και τη φήμη της Ισλανδίας σε όλο τον κόσμο. Ετσι πρότεινε να της δωρίσουν ένα ακατοίκητο νησί, το Ελιντάι «μια βασιλική προσφορά ως αναγνώριση των υπηρεσιών που πρόσφερε στην πατρίδα». Μάλλον απρόβλεπτη εξέλιξη για την Μπγιορκ, που ξεκίνησε την καριέρα της επιθυμώντας να γκρεμίσει τη βιομηχανία του σταρ σίστεμ.
Δ.Α.
|