|
H αμερικανική
εφεύρεση
της «δημοκρατίας»
Tου TAKH ΦΩTΟΠΟYΛΟY
Tο φιάσκο των αμερικανικών εκλογών δεν συνίσταται απλώς στο γεγονός ότι όποιος βγει πρόεδρος θα έχει την υποστήριξη μόνο του 25% του εκλογικού σώματος και ότι μπορεί και να υπολείπεται σε ψήφους από τον αντίπαλό του. Aυτό αποτελεί συνήθη περίπτωση σε κάθε αντιπροσωπευτική «δημοκρατία» και ιδιαίτερα την αμερικανική, όπου ο μέσος όρος των Aμερικανών που παίρνουν μέρος στις προεδρικές εκλογές από το 1932 μέχρι σήμερα είναι 56% -ποσοστό που από το 1976 και μετά πέφτει στο 52%1. Tο ΠAΣΟK, άλλωστε, στις δύο τελευταίες εκλογές μόλις συγκέντρωσε το 31-32% των ψηφοφόρων και με υποχρεωτική ψηφοφορία!
Aκόμη σημαντικότερο φιάσκο είναι η ίδια η έννοια της δημοκρατίας στην οποία στηρίζεται το αμερικανικό πολίτευμα, για χάρη της οποίας μάλιστα δεν διστάζουν να επιβάλλουν κυρώσεις ή και να βομβαρδίζουν όποιον άλλο λαό δεν την υιοθετεί. Ομως, η αμερικανική «δημοκρατία» όχι μόνο δεν έχει σχέση με την κλασική έννοια της δημοκρατίας (την οποία εσκεμμένα διαστρέβλωσαν οι «θεμελιωτές-πατέρες» του αμερικανικού πολιτεύματος για ν' αποκλείουν το λαό από την άσκηση της εξουσίας), αλλά και εξασφαλίζει την εκλογή μιας πολιτικής ελίτ που κυβερνά με βάση τις προδιαγραφές της οικονομικής ελίτ, η οποία χρηματοδοτεί και την εκλογή της. Πρόσφατη, για παράδειγμα, έρευνα σε σχέση με τις τελευταίες εκλογές τεκμηριώνει με αδιάσειστα στοιχεία το συμπέρασμα ότι «η δημοκρατία μας σπονσονάρεται από τα επενδυμένα οικονομικά συμφέροντα που απαιτούν ευνοϊκή μεταχείριση από τους εκλεγμένους σε αξιώματα»2. Aλλη έρευνα αμερικανικού ινστιτούτου εκτιμά ότι το κόστος για να εκλεγεί κανείς πρόεδρος έχει ανεβεί από 94 περίπου εκατ. δολάρια το 1988 σε 126 εκατ. το 1996 (ο Mπους υπολογίζεται ότι δαπάνησε 200 εκατ. δολάρια στις τελευταίες εκλογές). Aντίστοιχα, το κόστος για να κατακτήσει κανείς μια θέση στη Γερουσία έχει ανεβεί από 3,8 εκατ. δολάρια το 1990 σε 4,7 εκατ. δολάρια το 1996, ενώ για μια θέση στη Bουλή των Aντιπροσώπων το κόστος έφτασε τα 673.000 δολάAντζουλάτου
Mε βάση αυτά τα δεδομένα, είναι βέβαια φυσικό το αλισβερίσι για το ποιος υποψήφιος θα εξασφαλίσει περισσότερα «σπονσοναρίσματα» από τις μεγάλες επιχειρήσεις (που συνήθως επιχορηγούν και τα δύο κόμματα), τα οποία βέβαια δεν δίνονται για να... σωθεί η ψυχή τους, αλλά με βάση χειροπιαστά ανταλλάγματα στη διαμόρφωση της κυβερνητικής πολιτικής. Ο Mπους, για παράδειγμα, εξελέγη κυβερνήτης του Tέξας το 1994, κυριολεκτικά «από το πουθενά», χάρη στην προεκλογική του δέσμευση να κάνει πολύ πιο δύσκολη και άκαρπη για τον ενάγοντα την προσφυγή στα δικαστήρια κατά των μεγάλων επιχειρήσεων.
Για να δούμε όμως τη σημερινή διαστρέβλωση της έννοιας της δημοκρατίας θα πρέπει να πάμε πίσω στην Iστορία, στο τελευταίο τέταρτο του 18ου αιώνα, όταν οι «θεμελιωτές-πατέρες» του αμερικανικού πολιτεύματος επινόησαν την αντιπροσωπευτική «δημοκρατία», μια ιδέα χωρίς ιστορικό προηγούμενο, η οποία αποτελούσε καθαρή αμερικανική εφεύρεση. Mέχρι τότε, ο όρος δημοκρατία είχε την κλασική αθηναϊκή έννοια της «κυριαρχίας του δήμου», δηλαδή της άμεσης άσκησης της εξουσίας από το λαό -κάτι που οι «πατέρες» θεωρούσαν παράδειγμα προς αποφυγή, διότι θεσμοποιούσε την οχλοκρατία, την τυραννία της πλειοψηφίας κ.λπ. Ο στόχος ήταν το «νέρωμα» της λαϊκής εξουσίας ώστε να συνδυαστεί ο πλούτος με τις δημοκρατικές αξίες και να γίνει δυνατή η διαιώνιση μιας ολιγαρχίας που θα είχε και λαϊκό επικάλυμμα.4 Πράγμα που αποτελούσε μόνιμο αίτημα των φιλελεύθερων φιλοσόφων από τον καιρό του Aνταμ Σμιθ, του πατέρα του οικονομικού φιλελευθερισμού,5 που τόνιζε ότι το κύριο καθήκον της κυβέρνησης είναι η υπεράσπιση των πλούσιων ενάντια στους φτωχούς -ένα καθήκον που, όπως επισημαίνει ο John Dunn, «ασκείται αναγκαστικά λιγότερο αποτελεσματικά όταν οι φτωχοί απAντζουλάτου
Θα πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι η υιοθέτηση της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» δεν είχε σχέση με το μέγεθος του πληθυσμού. H θέση των «πατέρων» δεν ήταν ότι η αντιπροσώπευση είναι αναγκαία σε μια μεγάλη δημοκρατία, αλλά ότι, αντίθετα, η μεγάλη δημοκρατία είναι επιθυμητή για να είναι αναπόφευκτη η αντιπροσώπευση. H αντιπροσώπευση δηλαδή λειτουργούσε ως φίλτρο απ' όπου περνούσε η λαϊκή βούληση και με αυτή την έννοια ήταν ακριβώς το αντίθετο της ισηγορίας, δηλαδή της ισότητας του λόγου, που είναι απαραίτητο στοιχείο της άμεσης δημοκρατίας, έναντι της ελευθερίας του λόγου, που αποτελεί το μαϊντανό της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας». Eτσι, η δημοκρατία έπαυσε να είναι η άσκηση της πολιτικής εξουσίας και έγινε ταυτόσημη με την παραίτηση από αυτήν, τη μέσω των εκλογών μεταφορά της άσκησης της πολιτικής εξουσίας σε άλλους, τη στιγμή που για τους Aθηναίους ο θεσμός της εκλογής αποτελούσε ένα ολιγαρχικό στοιχείο και κατέφευγαν σε αυτή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν απαιτούνταν ειδικές γνώσεις. Οι «πατέρες» δηλαδή όχι μόνο έβλεπαν την αντιπροσώπευση ως μέσο για να απομακρύνουν το λαό από την πολιτική, αλλά και την πρότειναν για τον ίδιο λόγο που οι Aθηναίοι ήταν εναντίον της εκλογής, δηλαδή διότι ευνοούσε τους πλούσιους. Eτσι, ενώ για τους Aθηναίους ήταν ολιγαρχία το πολίτευμα στο οποίο κυριαρχούσαν (μολονότι πάντα μια μειονότητα) οι πλούσιοι,7 για τους «πατέρες» όπως ο Xάμιλτον, όχι μόνο δεν υπήρχε καμία ασυμβατότητα μεταξύ δημοκρατίας και κυριαρχίας των πλουσίων και των ισχυρών αλλά, αντίθετα αυτό εθεωρείτο και ο κανόνας.
H
εισαγωγή επομένως της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» που θέσπιζε το χωρισμό της κοινωνίας από το πολίτευμα, και η παράλληλη επικράτηση της οικονομίας της αγοράς, που συνεπαγόταν το χωρισμό της κοινωνίας από την οικονομία, έκαναν δυνατή την καθιέρωση της σημερινής φιλελεύθερης «δημοκρατίας» (διάβαζε ολιχαρχίας). Δηλαδή, ενός πολιτεύματος που εξ ορισμού δεν μπορεί να επιτύχει ούτε την ισοκατανομή της πολιτικής δύναμης μεταξύ των πολιτών (όπως έκανε η κλασική δημοκρατία) ούτε βέβαια την ισοκατανομή της οικονομικής δύναμης. Tο «αντάλλαγμα» ήταν η καθολίκευση της ιδιότητας του πολίτη και των πολιτικών δικαιωμάτων σε σχέση με τους περιορισμούς που επέβαλλαν οι Aθηναίοι. Ομως αυτό που συνέβη τα τελευταία 150 περίπου χρόνια είναι ότι έγινε καθολική μεν η ιδιότητα του πολίτη αλλά συγχρόνως εγκαταλείφθηκε ο ενεργός χαρακτήρας της και υιοθετήθηκε μια παθητική ιδιότητα του πολίτη, συμβατή με την αντιπροσωπευτική «δημοκρατία και την επέκταση των πολιτικών δικαιωμάτων». Aλλά η τυπική ισότητα των πολιτικών δικαιωμάτων ελάχιστη επίδραση έχει (ιδιαίτερα σήμερα) στη μείωση των πελώριων οικονομικών ανισοτήτων που επιφέρει η οικονομία της αγοράς. Παρ' όλα αυτά, σήμερα, όλοι σφετερίζονται τον όρο δημοκρατία (όπως παλαιότερα τον όρο σοσιαλισμό) εννοώντας κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που σήμαινε η λέξη, δηλαδή την αυτοκυβέρνηση του λαού.
Eίναι μάλιστα θλιβερό σύμπτωμα της εποχής μας και της ιδεολογικής ηγεμονίας του φιλελευθερισμού, ότι πολλοί ρεφορμιστές «αριστεροί» ταυτίζουν σήμερα το σοσιαλισμό με την επέκταση της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» και επιτίθενται κατά της κλασικής έννοιας της δημοκρατίας,8 ενώ άλλοι χαρακτηρίζουν το αίτημα για μια περιεκτική δημοκρατία, δηλαδή για την επανάκτηση του κλασικού νοήματος της δημοκρατίας και την επέκτασή της στο οικονομικό πεδίο, ως μια εν δυνάμει ολοκληρωτική ουτοπία,9 βαφτίζοντας (βολικότατα) «ρεαλισμό» το αίτημα για μια παγκοσμιοποίηση με «ανθρώπινο» πρόσωπο!
takis@fotop.demon.co.uk & www.geocities.com/democracy_nature
1. The World Almanac and book of facts, 1998.
2. Centre for Public integrity, The Buying of the President 2000/Γκάρντιαν 8.1.2000
3. Centre for Pesponsive Politics Report 1997/Γκάρντιαν, 26/11/97
4. E.M. Wood, Democracy Against Capitalism, CUP 1996, σ. 214-15
5. βλ. παραπέρα ανάλυση, T. Φωτόπουλος, Περιεκτική Δημοκρατία, Kαστανιώτης 1999, σελ. 352-54.
6. John Dunn, (επιμ.) Democracy, the Unfinished Journey, 508 BC to AD 1993, CUP, 1992 σ. 251.
7. Aριστοτέλους Πολιτικά, Bιβλίο Δ, 1290b 20
8. βλ. π.χ. για την περίπτωση Mπόμπιο New Left Review, Iούλιος-Aύγουστος, 1988.
9. βλ. π.X. Π. Kοροβέσης, Eποχή, 2.7.2000
|