|
ΣYNENTEYΞH
Της ΝΑΤΑΛΙ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ
Το Θεσσαλικό Θέατρο ήταν επί 22 χρόνια η ζωή του Κώστα Τσιάνου. Ετσι, παρότι αναγκάστηκε να φύγει από αυτό πικραμένος, η περίοδος εκείνη εξακολουθεί να είναι ένα απόθεμα δημιουργίας. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι φέτος επιστρέφει σε δύο από τις μεγάλες επιτυχίες της τότε θητείας του, για να αντιμετωπίσει με
μία νέα σκηνοθετική ματιά (από την αρχή της περιόδου) το έργο του Ξενόπουλου «Φοιτηταί» για το Εθνικό Θέατρο και από τα μέσα του επόμενου μηνός το «Γάμο» της Βάσας Σολωμού Ξανθάκη, για το ΚΘΒΕ. Ούτε είναι τυχαίο πως εύχεται να του δοθεί η ευκαιρία να ολοκληρώσει τον κύκλο της σχέσης του και με άλλα έργα - επιτυχίες του Θεσσαλικού, όπως π.χ. με την «Κυρία Κατάκη» της Καρυστιάνη. Οσο για τον κύκλο της σχέσης του με τη Λάρισα, αυτός έχει κλείσει οριστικά, αφήνοντας περιθώριο για την καλλιέργεια ακόμη περισσότερο του δεσμού του με άλλους θεατρικούς χώρους, όπως είναι το Εθνικό Θέατρο για το οποίο μόνο καλά λόγια έχει να πει.
Πάντως, στο Θεσσαλικό γυρνά και ξαναγυρνά η συζήτηση με τον Κώστα Τσιάνο κι ας
γίνεται μεσημέρι στο καφενείο του θεάτρου της Αγίου Κωνσταντίνου με αφορμή τη διασκευή των «Φοιτητών», βοηθούντος και του Γιούρι Στούπελ, σε ένα είδος οπερέτας, με πρωταγωνιστές κυρίως νέους ηθοποιούς σε διπλή διανομή, με (κάποτε
υπερβολικά) πλούσια σκηνικά και κοστούμια, με «πολλαπλασιασμό» των ρόλων και των σκηνών και ανατροπή επί το θεατρικότερον της δομής. Με όλα αυτά τέλος πάντων που αποτελούν μία κατά Τσιάνο και Εθνικό εκδοχή των «Φοιτητών», ικανή,
σύμφωνα με το παλαιό Διαπλασόπουλο, Αλέξη Σολωμό, να ενθουσιάσει και τον Ξενόπουλο, αν ζούσε.
* Η πορεία των «Φοιτητών» με τη μορφή μουσικής κωμωδίας είχε ξεκινήσει από τη Λάρισα...
«Το έργο είχε πρωτοανεβεί πριν από 7-8 χρόνια στο Θεσσαλικό, με μεγάλη επιτυχία. Το 'χα διασκευάσει σε μουσική κωμωδία. Εξαρχής η δομή των «Φοιτητών»
μου έδινε την εντύπωση λιμπρέτου οπερέτας. Ετσι αποφάσισα να το κάνω μουσική κωμωδία μαζί με τον Γιούρι Στούπελ: εκείνος έγραψε τη μουσική, εγώ τους στίχους, παίρνοντας διαλόγους του κειμένου. Οταν όλα ήταν έτοιμα κι έψαχνα να βρω για το πρόγραμμα διάφορα κείμενα, ανακάλυψα μια κριτική της εποχής όπου κάποιος κριτικός κατηγορούσε τον Ξενόπουλο ότι το έργο είναι σαν «λιμπρέτο οπερέτας για το οποίο ο Θεόφραστος Σακελαρίδης θα μπορούσε να γράψει μουσική».
«Οποία τιμή» του είχε απαντήσει ο Ξενόπουλος...».
«Πιο ολοκληρωμένη ματιά...»
* Και το ξαναανεβάσατε τελικά στο Εθνικό. Γιατί;
«Ηθελα πάντα να ολοκληρώσω τη ματιά μου στο έργο, να διπλασιάσω τους φοιτητές,
να προσθέσω κι άλλους χώρους δράσης, να το κάνω τελικά ένα καθαρόαιμο μιούζικαλ. Μου είχαν ζητήσει να το ξαναπαρουσιάσω και στο ελεύθερο θέατρο και στο ΘΟΚ και στο ΚΘΒΕ. Κάτι μου έλεγε "περίμενε". Και τελικά την άνοιξη μου το πρότεινε κι ο Κούρκουλος. Πέταξα από τη χαρά μου. Λίγο αργότερα κάναμε οντισιόν...».
* Η επιλογή ήταν δύσκολη;
«Πέρασαν γύρω στα 800 παιδιά. Είχαμε μία τεράστια δυσκολία επιλογής - μέχρι που σε κάποιες περιπτώσεις έριξα και κλήρο. Σήμερα οι νέοι ηθοποιοί ξέρουν πλέον και να χορεύουν και να τραγουδάνε και να παίζουν μουσικά όργανα. Γι' αυτό είμαι σίγουρος ότι έχω κάνει και αδικίες. Δεν μπορούσα όμως να τους πάρω όλους».
* Κάνατε πάντως διπλή διανομή...
«Είχα μπλοκάρει και μου ήρθε η ιδέα της διπλής διανομής. Ο Κούρκουλος συμφώνησε αμέσως, μιλώντας μάλιστα για χρέος του Εθνικού Θέατρου».
* Αυτό σήμαινε διπλή δουλειά.
«Και για εμένα και για τη Μελίνα Παιονίδου και για τον Φωκά Ευαγγελινό. Στην πορεία αποδείχτηκε ευκολότερο από ό,τι νόμιζα, γιατί συνεργάστηκαν πολύ καλά όσοι θα έπαιζαν τον ίδιο ρόλο, βοηθώντας ο ένας τον άλλο».
* Η διπλή διανομή δεν είναι και επιπλέον κόστος;
«Οχι γιατί ούτως ή άλλως θα ήταν 28 οι φοιτηταί: 14 με κάποιους ρόλους και 14 στο σύνολο. Εχουν όμως όλοι τόσο ταλέντο, ώστε δεν μπορούσα να αφήσω κανέναν στο σύνολο».
* Ο Ξενόπουλος έχει μόνον 6 νέους. Τους ρόλους των δευτευρευόντων προσώπων από
πού τους αντλήσατε;
«Ο Ξενόπουλος πέρα από αυτό το έργο έχει γράψει και τη νουβέλα "Φοιτηταί και Αρσακειάδες" με το ίδιο θέμα, πιο αναπτυγμένο. Πήρα κι από κει σκηνές και διαλόγους, πρόσθεσα κι εγώ κάτι, δανείστηκα κι από τους υπάρχοντες ρόλους. Μετά θέλησα να βγάλω τους φοιτητές από το φοιτητικό δωμάτιο -το μόνο χώρο δράσης στο κανονικό έργο- και να τους εμφανίσω και στην αυλή και στις ταράτσες
και στο καφενείο του Γαμβέτα και στην εκδρομή στον Ελαιώνα. Επιπλέον θέλησα το
έργο να αρχίζει από το τέλος και να γίνεται ένα φλας-μπακ, χωρίς τον κανονικό επίλογο που είναι αδύναμος δραματουργικά».
«Δεν έχουν πάντα δίκιο οι συγγραφείς»
*Ο Ξενόπουλος όμως υποστήριζε την ύπαρξη του Επιλόγου του...
«Μη νομίζετε ότι οι συγγραφείς έχουν πάντα δίκιο. Θυμάμαι, κάποτε που είχαμε πάει στο δάσκαλό μου το μέγα Ροντήρη και του ζητήσαμε να μας διδάξει τον Επίλογο, ότι μας είχε πει "μα το χειρότερο κομμάτι του έργου βρήκατε"; »
* Το έργο αναφέρεται και στο γλωσσικό ζήτημα, ένα θέμα που το τονίσατε στην παράστασή σας. Υπάρχουν βραδιές που το κοινό ταυτίζεται πολύ με τους Φοιτητές...
«Λάθος. Ούτε και είχα καμία τέτοια πρόθεση. Συμβαίνει μερικές φορές, καθώς βγαίνει η σημαία στη σκηνή, κάποιοι να την χειροκροτούν. Αλλά στις περισσότερες παραστάσεις το κοινό χειροκροτεί το ποίημα του Παλαμά που απαγγέλλει η Κονιόρδου. Πρόκειται για δικό μου εύρημα: θέλησα να ακούγεται η Κονιόρδου να απαγγέλλει την Ωδή προς τον Αισχύλο, όπως είχε γίνει τότε από την
15χρονη Κοτοπούλη».
«Δεν επεμβαίνει ο Κούρκουλος...»
* Η σχέση σας με το Εθνικό ποια είναι;
«Ο Νίκος Κούρκουλος έχει κάνει το Εθνικό ένα ανοιχτό θέατρο που δίνει όλα τα μέσα για να γίνεται κάθε φορά όσο το δυνατόν καλύτερη η παράσταση. Ο ίδιος δεν
επεμβαίνει ποτέ, ούτε και στη διανομή, ενώ την ίδια στιγμή σου παρέχει τα πάντα. Αυτό πρέπει να κάνει ένας καλλιτεχνικός διευθυντής».
* Εκείνος λέτε δεν επεμβαίνει. Αλλοι επεμβαίνουν;
«Οχι. Δεν θα το δεχόμουν κι εγώ. Εχω βέβαια δεχτεί κάποια τηλέφωνα. "Ελάτε στην ακρόαση", απαντώ. Είναι το δικαιότερο. Οσο για τον Κούρκουλο, έχω κάνει 5-6 έργα στο Εθνικό και ποτέ δεν μου είπε να χρησιμοποιήσω τον τάδε ή τον δείνα».
* Οσο καλές κι αν είναι οι συνθήκες στο Εθνικό, το Θεσσαλικό σας λείπει;
«Το Θεσσαλικό ήταν ολόκληρη η ζωή μου. Ημουν από τα ιδρυτικά του μέλη και καλλιτεχνικός διευθυντής επί 22 χρόνια, έχοντας καταφέρει με προσωπικές ενέργειες να λειτουργούν δύο θέατρα και να γίνονται 22 παραστάσεις την εβδομάδα. Τελικά μάλλον ενοχλούσε κάποιους αυτό, τους ιθύνοντες κυρίως που με στενοχώρησαν. Ετσι, εγώ που νόμιζα πως δεν θα φύγω ποτέ, άρχισα να ψάχνω μία αφορμή να φύγω τουλάχιστον ομαλά. Τότε ήρθε και η πρόταση του υπουργού να πάω στο ΚΘΒΕ. Πήγα λέγοντας μέσα μου πως, αν δεν μου αρέσει, θα φύγω. Και πράγματι έφυγα γιατί πίστευα πως δεν θα τα βγάλω πέρα».
* Στο Θεσσαλικό δώσατε ένα στίγμα. Ποιες ήταν οι προτεραιότητές σας;
«Ο, τι θα πρέπει να κάνουν πάντα τα ΔΗΠΕΘΕ: να μην ασχολούνται με το τι θα αρέσει σε κάποιες παρέες της Αθήνας. Ο Αθηναίος άλλωστε έχει τη δυνατότητα να δει τη μια μέρα μια επιθεώρηση και την άλλη να πάει στο Βογιατζή, ή στο Απλό Θέατρο. Εκεί δεν υπάρχει τέτοια πολυτέλεια. Με την πείρα που είχα, έμαθα πολύ καλά πού μπορώ να κινηθώ. Γιατί τα έργα που ανεβάζαμε τότε δεν ήταν μόνο για τη Λάρισα. Πήγαιναν και στα χωριά. Εκεί πήρα τα μεγάλα μαθήματα».
* Θυμάστε ένα-δυο περιστατικά από τέτοια «μαθήματα; »
«Κάποτε παίζαμε ένα έργο με 4 άνδρες. Το κοινό σε ένα χωριό ενοχλήθηκε. "Μα όπως το προηγούμενο έργο" τους απάντησα "ήταν με 22 ηθοποιούς υπάρχουν και έργα με 2 ή με έναν". Πετάγεται τότε ένας σεβαστός αγρότης και μου λέει: "Σ' εμάς εδώ το θέατρο έρχεται μια φορά στο τόσο και θέλουμε να χορτάσουμε και να καταλαβαίνουμε τι βλέπουμε". Μια άλλη φορά ανεβάσαμε μετά την "Αυλή των Θαυμάτων" του Καμπανέλλη και το "Πανηγύρι" του Κεχαΐδη, την "Τύχη της Μαρούλας". Πήγαμε με αυτό σε ένα χωριό, αλλά ο κόσμος που είχε δει τα προηγούμενα ήταν δύσπιστος. "Δεν θέλουμε έργο με δυστυχία", μου είπε μια γυναίκα. Τι να κάνω λοιπόν, έβγαλα τα μεγάφωνα στο δρόμο, βάλαμε και τα τραγούδια της παράστασης κι εγώ με το χωνί φώναζα για "μια χαρούμενη κωμωδία, με 24 τραγούδια του Κηλαηδόνη". Η παράσταση άρχισε μιάμιση ώρα αργότερα: έμπαιναν μέχρι τότε λίγοι λίγοι διστακτικά, μέχρι που ο χώρος γέμισε. Βέβαια σιγά-σιγά κάναμε κι άλλα έργα όπως τον "Κύκλο με την Κιμωλία", την "Ιφιγένεια", την "Ηλέκτρα". Το μεγάλο θέατρο πάντα συγκινεί αυτούς τους ανθρώπους. Το μεγάλο θέατρο είναι λαϊκό θέατρο, αρκεί να μην κάνει κανείς διάφορα σκηνοθετικά τερτίπια».
«Ο σνομπισμός των θεατρανθρώπων»
* Εκείνη την περίοδο υποστηρίξατε πολύ το νεοελληνικό έργο. Τώρα, γενικώς, δεν
υποστηρίζεται πολύ...
«Εχω την εντύπωση ότι υπάρχει ένα μεγάλο μέρος των θεατρανθρώπων που έχουν ένα
σνομπισμό απέναντι σε ό,τι είναι ελληνικό. Αλλά δεν πολυγράφονται και καλά έργα. Υπάρχουν κάποια καλά, "πρωτόλεια" θα έλεγα, από μια νέα γενιά, όπως είναι ο Γιώργος Ηλιόπουλος που, αν ασχοληθεί επισταμένα με τη συγγραφή, θα γράψει ακόμα καλύτερα, ή ο Ακης Δήμου. Οι παλιές ελπίδες μας τελευταία δεν βλέπω να γράφουν. Αλλά δεν μπορούμε και να τους πιέζουμε...».
* Δεν θέλουν να γράφουν ή δεν έχουν κίνητρα;
«Δεν ξέρω. Υπάρχει πάντως ένα πρόβλημα με το νεοελληνικό έργο. Τα περισσότερα έχουν μία εσωστρέφεια. Δεν αγκαλιάζουν τον κόσμο. Και μετά η ζωή μας δεν είναι
μόνο το περιθώριο -γιατί υπήρχε μία εποχή που βλέπαμε στη σκηνή όλους τους ρακένδυτους της πλατείας Βάθης. Πιστεύω ότι στο νεοελληνικό έργο συμβαίνει ό,τι και στον ελληνικό κινηματογραφο: κάποιοι βάζουν τον πήχη ψηλότερα από ό,τι μπορούν να πηδήσουν. Δεν είναι όμως κακό να αρχίσεις γράφοντας μία ωραία φαρσοκωμωδία».
* Κρίση περνούν και τα ΔΗΠΕΘΕ. Γιατί πιστεύετε;
«Το πρόβλημα είναι κατ' αρχάς οικονομικό. Χρειάζονται πλέον πολλά χρήματα για να γίνουν καλές παραγωγές. Δεν αρκούν 10 εκ. Μετά είναι και οι ανάγκες των ηθοποιών. Δεν μπορούν να πάνε στην περιφέρεια με 300.000, όταν στο ξενοδοχείο θα δίνουν 200.000. Ενα άλλο πρόβλημα είναι ότι πολλοί, που ξεκινούν να πάνε να
διευθύνουν τα περιφερειακά θέατρα, κουβαλούν στις αποσκευές τους την Αθήνα και
τους Αθηναίους "ειδικούς" του θέατρου. Ακούς μετά αυτό το φαιδρό "πανελλήνια πρώτη στη Λάρισα" π.χ. Ή το άλλο "αυτό το έργο δεν το ανεβάζω, γιατί ανέβηκε πέρυσι". Μα πού ανέβηκε πέρυσι; Στην Αθήνα. Λοιπόν τι σε ενδιαφέρει εσένα; Υστερα υπάρχουν και μερικοί που πάνε με μία περιφρόνηση για τον κόσμο της επαρχίας. Πάνε σαν δάσκαλοι. Ο κόσμος όμως έχει βαρεθεί τους ινστρούχτορες...».
* Εσείς πώς τον προσεγγίζατε αυτό τον κόσμο;
«Και εγώ και η Βαγενά πήγαμε και για να μάθουμε. Πηγαίναμε από το πρωί στα χωριά, μιλούσαμε με τις κυράδες, μαθαίναμε πότε θα 'χουν αγροτικές δουλειές (γιατί όταν είχαν τρύγο ή θερισμό, δεν πηγαίναμε να παίξουμε), παίρναμε τηλέφωνο και ρωτάγαμε μήπως παντρεύεται κανένας, μήπως κανείς πέθανε. Μας είχε
συμβεί κι αυτό: να πάμε να παίξουμε και να 'ναι όλο το χωριό σε κηδεία. Πρέπει
κανείς να μπει στη ζωή αυτών των ανθρώπων, να συγχρωτιστεί μαζί τους».
* Αυτό το κοινό σας λείπει;
«Οχι, γιατί κουράστηκα».
* Η Αθήνα δεν σας κουράζει;
«Οχι. Αλλωστε δεν βγαίνω, δεν πάω στα μπαρ, δεν κάνω κους κους. Κάνω τη δουλειά μου σοβαρά, φροντίζω να πηγαίνω στις παραστάσεις και των άλλων, για να
κρυφακούω την ανάσα του θεατή, και διαβάζω και τις κριτικές. Οι κριτικές μου αρέσουν, ακόμη κι αν είναι κακές, αρκεί να 'ναι τεκμηριωμένες. Αλλά πιο πολύ με ενδιαφέρει η κριτική του ανθρώπου που έχει πληρώσει το εισιτήριό του και έρχεται να σε δει. Γι' αυτόν παίζουμε...».
|