|
Με δύο όψεις εμφανίστηκε η ελληνική αγορά μία εβδομάδα μετά την εισαγωγή του ευρώ, γκρεμίζοντας τις όποιες προσδοκίες είχαν καλλιεργηθεί για τον εξορθολογισμό της.
Tου XPHΣTΟY ZIΩTH
Από τη μία πλευρά η αγορά των ομολόγων έδειξε να αντιδρά άμεσα και με ενθουσιασμό στην έλευση του ευρώ.
Από την άλλη, η Σοφοκλέους κατέπληξε αρνητικά τους πάντες, καθώς συνέχισε την αρνητική πορεία της, σε αντίθεση μάλιστα με τις περισσότερες ευρωπαϊκές αγορές.
Το φαινόμενο αυτό, εκτός από την «παγκόσμια πρωτοτυπία του», θέτει σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι αγορές στην Ελλάδα. Αυτό που παρατηρήθηκε την τελευταία εβδομάδα, οδηγεί «φαινομενικά» στο συμπέρασμα ότι τα βασικά στοιχεία τα οποία επηρεάζουν τόσο την αγορά των ομολόγων όσο και
το Χρηματιστήριο είναι τα ίδια, οι δύο αγορές όμως αντιδρούν με διαμετρικά αντίθετο τρόπο. Ετσι το οριστικό κλείδωμα της δραχμής στο ευρώ ώθησε σε ράλι τις τιμές των ομολόγων με αρκετά υψηλούς τζίρους. Αντίθετα στη Σοφοκλέους ο γενικός δείκτης μέσα σε μία εβδομάδα έχασε 171 μονάδες (-5%) «φλερτάροντας» επίμονα τις 3.000 μονάδες.
Στην αγορά των ομολόγων ο τζίρος στη δευτερογενή αγορά τις πρώτες τέσσερις ημέρες του χρόνου ξεπέρασε τα 2 τρισ. δρχ. (681, 5 δισ. ευρώ). Ενώ κατά μέσο όρο ημερησίως ο όγκος των συναλλαγών στο Ηλεκτρονικό Σύστημα Συναλλαγών το Δεκέμβριο κυμαινόταν στα 500 εκατ. ευρώ (170, 463 δισ. δρχ.), ημερησίως. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, οι τιμές των ομολόγων σημείωσαν θεαματική άνοδο κατά 27 έως 304 μονάδες βάσης σε όλες τις διάρκειες,
και κυρίως στους μακροπρόθεσμους τίτλους.
Είναι ενδεικτικό ότι η τιμή του 10ετούς ομολόγου αναφοράς (bench mark) έκλεισε
στις 4 Ιανουαρίου στις 105, 13 μονάδες βάσης με απόδοση 5, 29% από 103, 85 μονάδες βάσης και 5, 46% απόδοση στις 29 Δεκεμβρίου 2000. Το γεγονός αυτό συνετέλεσε στο να περιοριστεί περαιτέρω η απόσταση που χωρίζει την απόδοση του
ελληνικού 10ετούς ομολόγου από αυτήν του αντίστοιχου γερμανικού στο 0, 54% από 0, 64% που ήταν στο τέλος του 2000.
Eμπιστοσύνη των ξένων
Σύμφωνα με τραπεζικά στελέχη, η «άνθηση» στην αγορά ομολόγων αντανακλά την εμπιστοσύνη κυρίως των ξένων επενδυτών στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, μέσα στο πλαίσιο πλέον της Νομισματική Ενωσης. Βέβαια προς την ίδια κατεύθυνση λειτούργησε και το γεγονός ότι οι τιμές των ελληνικών μακροχρόνιων τίτλων (και κυρίως των 20ετών ομολόγων) είχαν διατηρηθεί μέχρι πέρυσι σε χαμηλό επίπεδο. Μάλιστα, όπως επισημαίνει η Τράπεζα της Ελλάδος οι τελευταίες εξελίξεις στην αγορά των ομολόγων οφείλονται εν μέρει στη συμμετοχή
των ξένων επενδυτών στο Ηλεκτρονικό Σύστημα Συναλλαγών (ΗΔΑΤ) με τη μέθοδο της
πρόσβασης από απόσταση (remote access) από τα γραφεία τους, τα οποία είναι εγκατεστημένα κυρίως στο Λονδίνο.
–Οι προοπτικές αυτές βέβαια, όπως αποδεικνύεται από τις εξελίξεις, δεν στάθηκαν αρκετά «ισχυρές» να συμπαρασύρουν και το ελληνικό Xρηματιστήριο. Μάλιστα σύμφωνα με τραπεζικά στελέχη, η αρνητική αντίδραση της ελληνικής κεφαλαιαγοράς στην εισαγωγή του ευρώ καταδεικνύει ότι η δυσπιστία που επικρατεί στους εγχώριους αλλά και ξένους επενδυτές για τη Σοφοκλέους, είναι ισχυρότερη από τις θετικές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας και των επιχειρήσεων. Ετσι το ελληνικό Xρηματιστήριο δείχνει να βρίσκεται προσδεμένο στα συμβάντα του καλοκαιριού του 2001 και στον απόηχο αυτών, αρνούμενο να εισέλθει σε μια ευρωπαϊκή τροχιά.
|