|
ΝΕΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΙΝΟ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗ
Από την Ταϊβάν μας έρχεται μια από τις αληθινά μεγάλες εκπλήξεις της χρονιάς: η ταινία «Και ένα... και δύο... οικογενειακοί ρυθμοί» του Εντουαρντ Γιανγκ, που κέρδισε το βραβείο σκηνοθεσίας στο περσινό φεστιβάλ των Κανών, ενώ το Ιράν
συνεχίζει να μας εκπλήσσει, τη φορά αυτή με την ταινία «Τα παιδιά του παραδείσου» του Μαζίντ Μαζίντι. Το πρόγραμμα της νέας βδομάδας συμπληρώνεται με τις αμερικανικές ταινίες «Γαμπρός της συμφοράς», κωμωδία του Τζέι Ρόουντς, και «Ορια αντοχής», περιπέτεια του Μάρτιν Κάμπελ, καθώς και την ελληνική ταινία «Πάμπτωχοι Α.Ε.» του Αντώνη Κόκκινου.
Και ένα... και δύο... οικογενειακοί ρυθμοί
Yi Yi. Ταϊβάν, 2000. Σκηνοθεσία-σενάριο: Εντουαρντ Γιανγκ. Ηθοποιοί: Γου Νιανζέν, Ισέι Ογκάτα, Ελέιν Τζιν, Κέλι Λι, Τζόναθαν Τσανγκ, Τσεν Ξισένγκ. Διάρκεια: 173 λεπτά.
***** Με οξυδέρκεια αλλά και ποίηση σχόλιο πάνω στη σύγχρονη ταϊβανέζικη κοινωνία μέσα από τις πολύπλοκες σχέσεις ανάμεσα στα μέλη μιας οικογένειας, σε
ένα από τα μεγάλα αριστουργήματα της δεκαετίας.
Με τις σχέσεις των μελών μιας οικογένειας καταπιάνεται στην ταινία του αυτή ο Tαϊβανέζος σκηνοθέτης Εντουαρντ Γιανγκ («Μια πιο φωτεινή καλοκαιρινή μέρα»). Κύριο πρόσωπο ένα οκτάχρονο αγόρι, ο Γιανγκ-Γιανγκ, που γύρω του κινούνται διάφορα πρόσωπα: ο πατέρας του, N.J., στέλεχος μιας μεγάλης εταιρείας που αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα, ενώ ο ίδιος συναντά ξαφνικά μια ερωμένη των νεανικών του χρόνων· η μητέρα του, Μιν-Μιν, που τους εγκαταλείπει για ένα διάστημα για να διαλογιστεί κοντά στον γκουρού της κάπου στο βουνό η Τινγκ-Τινγκ, η μεγαλύτερη έφηβη αδερφή του, που γνωρίζει τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα με ένα αγόρι· η γειτόνισσα φίλη της με τα δικά της ερωτικά αλλά και
οικογενειακά προβλήματα· ο θείος του που ετοιμάζεται να παντρευτεί την έγκυο φιλενάδα του και που ξαφνικά έχει ν' αντιμετωπίσει μια παλιά ερωμένη· η γριά γιαγιά του που πέφτει σε κώμα και που χρησιμεύει ως καταλύτης στις σχέσεις των
υπόλοιπων προσώπων της οικογένειας.
Πρόκειται για ένα εκπληκτικό αριστούργημα, στο επίπεδο -θα έλεγα- του «Θιάσου»
του δικού μας Αγγελόπουλου, αδικημένο σίγουρα στο Φεστιβάλ των Κανών, όπου περιορίστηκε στο βραβείο σκηνοθεσίας, εκεί που του ανήκε ο Χρυσός Φοίνικας. Μια ταινία που χρησιμοποιεί τις οικογενειακές σχέσεις για να κάνει ένα με οξυδέρκεια και σε βάθος σχόλιο πάνω στη σύγχρονη ταϊβανέζικη κοινωνία. Με βάση
ένα εξαιρετικά δομημένο σενάριο που έγραψε ο ίδιος, ο Γιανγκ, σκηνοθέτης της γενιάς που ανέδειξε ένα Χου Χσιάο-Χσιεν, κινεί την κάμερά του με ξεχωριστή μαεστρία, περνώντας από το ένα πρόσωπο στο άλλο με εκπληκτική άνεση, καταγράφοντας με λεπτότητα αλλά και διεισδυτικότητα, άλλοτε με χιούμορ κι άλλοτε με δραματική ένταση, τις σχέσεις ανάμεσά τους, φτιάχνοντας ένα είδος τοιχογραφίας της σύγχρονης οικογενειακής ζωής, όπου επίκεντρο είναι ο άνθρωπος
και τα προβλήματά του, μ' ένα στιλ που φέρνει στο νου τον κλασικό γιαπωνέζικο κινηματογράφο σκηνοθετών όπως ο Γιασουτζίρο Οζου και ο Μίκιο Ναρούσε.
Παρά τα πολλά πρόσωπα, ο Γιανγκ καταφέρνει να αφηγηθεί τα διάφορα, συχνά πολύπλοκα, προβλήματά τους (προσωπικά, επαγγελματικά, οικονομικά), σκιτσάροντας με τρόπο ξεκάθαρο τα άγχη και την απέραντη μοναξιά τους: εκείνα του N.J., που προσπαθεί να σώσει την εταιρεία του, αντίθετα με τα υπόλοιπα στελέχη που αναζητούν το εύκολο κέρδος, ταυτόχρονα άδικα πιστεύοντας ότι με τη
συνάντησή του με την παλιά ερωμένη του μπορεί να του δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή· εκείνα της κόρης του, Τινγκ-Τινγκ, που αντιμετωπίζει τις πρώτες ερωτικές απογοητεύσεις· του μικρού Γιανγκ Γιανγκ, που φωτογραφίζει το πίσω μέρος της κεφαλής των διάφορων ατόμων για να τους δείξει αυτό που δεν βλέπουν στον εαυτό τους· και τη γριά, σε κώμα, γιαγιά που μπροστά της τα διάφορα μέλη της οικογένειας αναγκάζονται να μιλάνε για να βοηθήσουν, σύμφωνα με την υπόδειξη του γιατρού, στη γρήγορη ανάρρωσή της, και που τελικά αποδεικνύεται ότι δεν έχουν τίποτα το σημαντικό να της πούνε (από τις πιο τραγικές σκηνές είναι εκείνη της Μιν-Μιν, που μπροστά στην άρρωστη γιαγιά ξεσπά σε κλάμα όταν ανακαλύπτει πόσο κενή ήταν η ζωή της).
H με συμπόνοια αλλά και ποίηση σκηνοθετική ματιά, η θαυμάσια φωτογραφία του Βεϊχάν Γιανγκ (από τους καλύτερους Kινέζους κάμεραμεν), η ατμοσφαιρική μουσική
του Καΐλι Πενγκ, οι έξοχες ερμηνείες, μ' επικεφαλής τον Νιανζέν Γου (γνωστός και ως σεναριογράφος), συνθέτουν μια σπάνια, αριστουργηματική ταινία, από τις καλύτερες της τελευταίας δεκαετίας.
Τα παιδιά του παραδείσου
Bachela-Ye Aseman. Ιράν, 1997. Σκηνοθεσία-σενάριο: Μαζίντ Μαζίντι. Ηθοποιοί: Μοχάμεντ Αμίρ Νάζι, Μιρ Φάροχ Χασεμιάν, Μπαχάρι Σεντίκι, Ναφίσε Τζαφάρ Μοχαμάντι. Διάρκεια: 87 λεπτά.
**** Τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα δυο παιδιά μιας φτωχής οικογένειας, αλλά και ο θρίαμβος της αδερφικής αγάπης σε μια θαυμάσια, συγκινητική ταινία, που πρέπει να δουν μικροί και μεγάλοι.
Η επιτυχία των πρόσφατων ιρανικών ταινιών μάς δίνει τώρα την ευκαιρία να δούμε
μια κάπως παλιότερη, το ίδιο θαυμάσια και ανθρώπινη με τις άλλες, ταινία, βραβευμένη σε διάφορα φεστιβάλ και που είχε προταθεί για Οσκαρ το 2001. Ταινία
γύρω από τη σχέση ανάμεσα σε δυο παιδιά, τον Αλί και τη μικρότερη αδερφή του Ζάρα. Κάποια στιγμή ο Αλί χάνει τα παπούτσια της Ζάρα, πράγμα που ο Αλί φοβάται ν' αποκαλύψει στους φτωχούς γονείς του. Γι' αυτό κανονίζει με τη Ζάρα να της δίνει τα δικά του παπούτσια για να πηγαίνει το πρωί στο σχολείο, ενώ στη συνέχεια εκείνη επιστρέφει τρέχοντας στο σπίτι για να δώσει τα παπούτσια στον Αλί για να πάει ο ίδιος στο απογευματινό σχολείο. Μόνο που συχνά η «ανταλλαγή» δημιουργεί καθυστέρηση και προβλήματα με τους καθηγητές στον κατά τα άλλα πολύ καλό μαθητή Αλί. Ωσπου ένας αγώνας δρόμου ανάμεσα σε μαθητές διάφορων σχολείων, όπου το έπαθλο για τον τρίτο νικητή είναι ένα ζευγάρι σπορ παπούτσια, δίνει την ευκαιρία στον Αλί να πάρει μέρος...
Εκεί που νομίζαμε ότι ο ιταλικός νεορεαλισμός είχε ξεπεραστεί, έρχονται σκηνοθέτες όπως ο Μαζίντι να τον ανανεώσουν, καταφέρνοντας να ταρακουνήσουν αλλά και να συγκινήσουν άμεσα το θεατή με τη λιτότητα, την ειλικρίνεια, την ανθρωπιά, αλλά και την ποίηση με τα οποία αφηγούνται τις ιστορίες τους. Η ταινία είναι διανθισμένη με θαυμάσιες, συγκινητικές σκηνές: η Ζάρα που τρέχει να επιστρέψει τα παπούτσια στον αδερφό της, η Ζάρα που κυνηγά απελπισμένα, σχεδόν έντρομη, το ένα παπούτσι που της έχει πέσει σ' ένα ρυάκι, ο Αλί με τον πατέρα του, πάνω στο ποδήλατο, να επισκέπτονται το προάστιο των πλουσίων με τον πατέρα μπερδεμένο μπροστά στα θυροτηλέφωνα ώσπου αποφασίζει να μιλήσει στη
θέση του ο Αλί. Χωρίς να ξεχνάμε τον αγώνα δρόμου με το απρόσμενο σασπένς, το οποίο παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα ο θεατής. Το αντίδοτο για τον όποιο Matrix ή Δεινόσαυρο, ταινία που συστήνουμε ανεπιφύλαχτα σε μικρούς και μεγάλους θεατές. Είναι μόνο κρίμα που δεν κυκλοφόρησε νωρίτερα, στη διάρκεια των γιορτών!
Πάμπτωχοι Α.Ε.
Ελλάδα, 2000. Σκηνοθεσία: Αντώνης Κόκκινος. Σενάριο: Γιώργος Κοτανίδης. Ηθοποιοί: Γιάννης Μπέζος, Χρήστος Βαλαβανίδης, Ρένια Λουιζίδου, Δημήτρης Τζουμάκης, Γιώργος Κοτανίδης, Δημήτρης Καμπερίδης, Βίκυ Πρωτογεράκη. Διάρκεια:
92 λεπτά.
** Η ανακύκλωση των σκουπιδιών φέρνει σε σύγκρουση δυο εταιρείες σε μια σατιρική κωμωδία, σκηνοθετημένη με ευσυνειδησία, χωρίς όμως ξεχωριστή φαντασία
ή ρυθμό.
Γράψαμε αρχικά για την ταινία αυτή του Κόκκινου («Τέλος εποχής») όταν πρωτοπροβλήθηκε στο πρόσφατο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Η ιστορία της αναφέρεται σε τρία βασικά άτομα (ένας ευσυνείδητος χημικός που φορτώνεται τις βρωμιές της
εταιρείας του, ένας πρώην μαθηματικός που πουλάει λαθραία πούρα κι ένας παλιατζής που κατηγορείται για την κλοπή μιας πολυθρόνας) που γνωρίζονται στη φυλακή και που μαζί αποφασίζουν να φτιάξουν τους «Πάμπτωχους Α.Ε.», μια εταιρεία για την ανακύκλωση των σκουπιδιών. Ξαφνικά τα σκουπίδια θ' αποκτήσουν
οικονομική αξία και θα φέρουν τους διευθυντές των «Πάμπτωχων» σε σύγκρουση με μίαν άλλη εταιρεία που επιβιώνει λαδώνοντας τους γύρω της.
Η ιδέα της ταινίας είναι -πρέπει να πω- εξαιρετική και φέρνει στο νου τον παλιό καλό αμερικανικό κινηματογράφο, ιδιαίτερα εκείνο του Φρανκ Κάπρα. Δυστυχώς, το σενάριο δεν εκμεταλλεύεται μέχρι τέλους τις επιμέρους καταστάσεις, με σκηνές που δεν αναπτύσσονται επαρκώς, ώστε να προωθούν από τη μια το βασικό θέμα, προσφέροντας, από την άλλη, έξυπνες καταστάσεις, πρωτότυπα
και διασκεδαστικά γκαγκ, και πάνω απ' όλα σωστό τάιμινγκ για να δημιουργηθεί ο
κατάλληλος ρυθμός. Υπάρχουν σίγουρα στο σενάριο ορισμένες καλές σκηνές και οι ερμηνείες των τριών βασικών πρωταγωνιστών (Μπέζου, Βαλαβανίδη και Τζουμάκη) είναι περισσότερο από ικανοποιητικές. Ο Κόκκινος είναι σίγουρα ένας σκηνοθέτης
με ταλέντο, όπως έχει ήδη δείξει με τις προηγούμενες ταινίες του, εδώ όμως πρέπει να πω ότι εκείνο που κατάφερε είναι να φτιάξει μια απλά συμπαθητική -εκεί που περιμέναμε να φτιάξει μια θαυμάσια σατιρική- κωμωδία.
ΟΙ ΑΛΛΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ
** ΓΑΜΠΡΟΣ ΤΗΣ ΣΥΜΦΟΡΑΣ (Meet the Parents). ΗΠΑ, 2000. Σκηνοθεσία: Τζέι Ρόουτς. Σενάριο: Τζιμ Χέρζφελντ, Τζολν Χάμπουργκ. Ηθοποιοί: Ρόμπερτ Ντε Νίρο, Μπεν Στίλερ, Τέρι Πόλο, Μπλάιθ Ντάνερ, Οουεν Γουίλσον. Διάρκεια: 108 λεπτά.
Να και μια κωμωδία που χωρίς να προσφέρει τίποτα το καινούριο καταφέρνει να διασκεδάσει, προσφέροντας το γέλιο στο θεατή, χωρίς να καταφεύγει σε σαχλά ή χυδαία αστεία. Ο Μπεν Στίλερ (θα τον θυμάστε ίσως από το «Κάτι τρέχει με τη Μαίρη») είναι ο Γκρεγκ Φάκερ (ένα έξυπνο λογοπαίγνιο με το όνομά του), ερωτευμένος με την Παμ (Τέρι Πόλο), η οποία αποφασίζει να τον πάει στο σπίτι της για να γνωρίσει τους γονείς της (όπως λέει και ο πρωτότυπος τίτλος της ταινίας). Οταν όμως ο μελλοντικός πεθερός είναι ο Ντε Νίρο (πολύ καλός στο ρόλο), ένας αινιγματικός άνθρωπος που πιστεύει στην τάξη και την πειθαρχία, τα
πράγματα δεν πάνε όσο καλά τα περιμένει ο Γκρεγκ, αν και ο ίδιος έχει τα δικά του μυστικά. Η συνάντηση αρχίζει μ' ένα ψέμα, που για να το καλύψει ο Μπεν αναγκάζεται να το ακολουθήσει μ' ένα άλλο και πάει λέγοντας. Ψέματα που δημιουργούν διάφορες κωμικές καταστάσεις: μέχρι που ο Μπεν χάνει την αγαπημένη
γάτα του πεθερού, βάζει φωτιά στο σπίτι και καταστρέφει το γαμήλιο πάρτι της αδερφής της αγαπημένης του... Ο Τζέι Ρόουτς (που σκηνοθέτησε τις κωμωδίες τού Οστιν Πάουερς) δείχνει πως ξέρει να αναπτύσσει σωστά τα διάφορα γκαγκ και να δημιουργεί έναν ικανοποιητικό ρυθμό.
* ΟΡΙΑ ΑΝΤΟΧΗΣ (Vertical Limit). ΗΠΑ, 2000. Σκηνοθεσία: Μάρτιν Κάμπελ. Σενάριο: Ρόμπερτ Κινγκ, Τέρι Χέις. Ηθοποιοί: Κρις Ο' Ντόνελ, Μπιλ Πάξτον, Ρόμπιν Τάνεϊ, Νίκολας Λι, Σκοτ Γκλεν. Διάρκεια: 126 λεπτά.
Η αναρρίχηση σε ψηλές βουνοκορφές (ιδιαίτερα όταν αυτές είναι παγωμένες) είναι
ένα στοιχείο που εκμεταλλεύτηκε κι εξακολουθεί να εκμεταλλεύεται τακτικά ο (αμερικανικός συνήθως) κινηματογράφος. Ετσι και σ' αυτή την ταινία που σκηνοθέτησε ο Μάρτιν Κάμπελ («Τζέιμς Μποντ: επιχείρηση χρυσά μάτια», «Η μάσκα του Ζορό») γύρω από μια ομάδα έμπειρων ορειβατών, που προσπαθεί να σώσει τρία πρόσωπα παγιδευμένα στα χιόνια, σε υψόμετρο 26.000 ποδιών. Τα πρόσωπα αυτά είναι ένας εκατομμυριούχος και δυο οδηγοί, ανάμεσά τους και μια γυναίκα, αδερφή του ήρωα της ταινίας, ενός φωτογράφου που αναλαμβάνει μαζί με έξι άσους
ορειβάτες να σώσει την παγιδευμένη ομάδα των τριών. Ο Κάμπελ έφτιαξε βασικά ένα μπι-μούβι, δηλαδή μια ταινία από εκείνες που έφτιαχνε παλιότερα, και πολύ φτηνά, το Χόλιγουντ, για να συνοδεύουν τις ακριβές παραγωγές του, χωρίς να νοιάζεται τόσο για τους χαρακτήρες όσο για την περιπέτεια και τη δράση. Μόνο που εδώ ξοδεύτηκαν χρήματα για μια μεγάλη παραγωγή, πράγμα που βέβαια φαίνεται
στις σκηνές δράσης. Συνολικά μια ιστορία χωρίς αληθινούς χαρακτήρες, που ακολουθεί χιλιοχρησιμοποιημένες φόρμουλες, όπου εκείνο που ενδιαφέρει είναι η δράση και το σασπένς, στοιχεία που ο Κάμπελ αναπτύσσει ικανοποιητικά αν και κάπως μηχανικά.
|