|
Του Δημήτρη Αναστασόπουλου
«Κάποιος μου είπε πρόσφατα ότι οι στίχοι μου δεν διαθέτουν πια σαρκασμό, ίσως γιατί προσπαθώ ώστε να αντανακλούν τη δεδομένη οργάνωση της κοινωνίας. Σ' αυτούς τους καιρούς, λοιπόν, δεν μπορείς να κάνεις χιούμορ. Υπάρχει μια κοινωνική πραγματικότητα στην Αγγλία που πρέπει να αναδειχθεί. Εμείς δεν αναλύουμε την κατάσταση, αλλά αποτελούμε την αντανάκλασή της, γι' αυτό και ονομαζόμαστε «Η Πτώση». Για είκοσι τρία χρόνια η γκροτέσκα φιγούρα του Μαρκ Σμιθ, ηγέτη των Fall, περιπλανιέται στις μπιραρίες του Μάντσεστερ, συνθέτοντας σκοτεινές ιστορίες για τους κολασμένους της εργατικής τάξης, με εκείνη τη χαρακτηριστική φωνή που μεταμορφώνεται πότε σε ένα χαρακτηριστικό κι επίμονο μουρμουρητό, σαν αισχρή εξομολόγηση, και πότε σε ένα μαινόμενο παραλήρημα. Ενώ η μουσική πίσω του παραμένει ο ίδιος ζοφερός, μινιμαλιστικός μετά-πανκ ήχος που επηρέασε σχεδόν ολόκληρη τη σύγχρονη μουσική σκηνή από τους Nirvana μέχρι τους Blur και από τους Sonic Youth μέχρι τους Οasis.
«Η μέθοδός μας παραμένει η ίδια», διακηρύττει ο Σμιθ και το νέο άλμπουμ «Τhe Unutterable» το αποδεικνύει. Ενας σκοτεινός οργισμένος ήχος που σε οδηγεί πίσω στις μέρες του ογδόντα, στους καιρούς όπου το πανκ είχε συντριβεί και τίποτε νέο δεν φαινόταν στον ορίζοντα. «Δεν έχω καμιά πρόθεση να εμμένω σε κάποιον αρχέγονο ήχο, απλά αυτή είναι η μουσική μου. Δεν έχω μουσικό αυτί ούτε αναγνωρίζω τις νότες. Κατά την άποψή μου η ροκ μουσική οφείλει να είναι συντηρητική. Είμαι μετα-μεταμοντέρνος σε σχέση με όλα αυτά τα συγκροτήματα των καιρών που λειτουργούν ως πωλητές μεταχειρισμένων αυτοκινήτων. Εγώ δεν θεωρώ τον εαυτό μου μουσικό κι αυτό είναι το πλεονέκτημά μου».
Οσο για την πολιτική στάση, παραμένει ακλόνητη. Η πρόζα του Σμιθ πηδά από τις συνέπειες της τεχνολογίας στη θηριωδία της Aστυνομίας και από τον Ουίλιαμ Μπλέικ σε σχόλια για την παρακμή του δυτικού πολιτισμού. «Θεωρητικά οι Εργατικοί υπήρχαν πάντα ως ελπίδα ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό, έτσι δεν θα έπρεπε ποτέ να κατακτήσουν την εξουσία σ' αυτή τη χώρα», εξηγεί ο Σμιθ. «Αλλά η πολιτική δεν είναι ακόμα αρκετά σοβαρή, γι' αυτό και οι ροκ σταρ μπορούν να μιλάνε γι' αυτήν. Σε οποιαδήποτε άλλη χώρα θα είχαν εκτελεστεί από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες ή κάποια αντίστοιχη ομάδα».
Eτσι κι αλλιώς οι Fall ήταν και παραμένουν οι παρίες της μουσικής βιομηχανίας. «Αυτή είναι η ομορφιά αυτής της μπάντας: ότι το κατεστημένο έχει συνειδητοποιήσει τι ήθελα όταν έφτιαχνα τους Fall». Πρώην λιμενεργάτης στις αποβάθρες του λιμανιού, ο Σμιθ δεν επιθυμούσε να γίνει ποπ σταρ. «Εφυγα από το σπίτι μου στα δεκαπέντε μου, είχα ήδη εγκαταλείψει το σχολείο και μορφώθηκα μόνος μου διαβάζοντας Iστορία και λογοτεχνία. Ξεκίνησα τους Fall επειδή ήθελα να γράφω, αλλά δεν μπορούσα να αντέξω μια καριέρα επαγγελματία γραφιά. Και ήθελα ένα συγκρότημα που να αντιπροσωπεύει εμένα και τους συντρόφους μου στις αποβάθρες και τα ανθρακωρυχεία. Κανένας εκείνη την εποχή δεν μιλούσε για την καθημερινότητα των υπαλλήλων και των εργατών. Γι' αυτό γίναμε η μπάντα του προλεταριάτου που υποτίθεται ότι δεν θα 'πρεπε να έχει δική του μουσική».
Εχουν περάσει πάνω από είκοσι χρόνια από την πρώτη εμφάνισή τους, αλλά η εμμονή του Σμιθ να δρα υπόγεια δεν έχει αλλάξει. Γι' αυτό και μπορεί να είναι όσο αλαζόνας επιθυμεί. «Κάθε καλλιτέχνης θέλει την αναγνώριση. Σε μια πρόσφατη δημοσκόπηση για τους 100 καλύτερους καλλιτέχνες όλων των εποχών, οι Fall βρίσκονταν ανάμεσα στον Μότσαρτ και τον Πουτσίνι. Κι αυτό μου αρκεί».
|