|
Η ανανέωση, τα φαντάσματα, η ανασφάλεια
Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΡΕΛΙΑ
Αν θέλαμε να ξεκινήσουμε κάπως βαρύγδουπα το σημερινό σημείωμα, θα γράφαμε: «Ενα φάντασμα πλανιέται πάνω από το πολιτικό σκηνικό. Το φάντασμα της ανανέωσης». Ας συνεχίσουμε με ένα απόσπασμα από την ομιλία της υπουργού Βάσως Παπανδρέου στη Βουλή: «Περισσότερο κινδυνεύουμε από τον φόβο μας παρά από τα φαντάσματα. Και συνήθως αυτοί που φοβούνται πεθαίνουν από τον φόβο τους και ποτέ από τα φαντάσματα». Βέβαια, η υπουργός το είπε για μερικούς ξενόφοβους βουλευτές, αλλά ταιριάζει απολύτως και σε όσα ακούγονται και γράφονται εσχάτως για το περίφημο θέμα της ανανέωσης.
Ως γνωστόν, με βάση τους νόμους της επιστήμης της Φυσικής ή της Υγείας, ενέσεις ανανέωσης ή «λίφτινγκ» χρειάζονται οι γερασμένοι ή έστω οι κουρασμένοι οργανισμοί. Εν προκειμένω υπάρχει μια αντίφαση: Η συζήτηση γίνεται στο ΠΑΣΟΚ, το οποίο έχει σχετικά μικρή κομματική ζωή, περίπου 26 χρόνων. Λογικά, λοιπόν, δεν είναι γερασμένο. Μήπως, όμως, είναι κουρασμένο; Η απάντηση που θα δοθεί πρέπει να λάβει υπόψη της, ως ασφαλέστερο κριτήριο, αυτό που έγινε στις τελευταίες εκλογές. Οποιος επικαλεστεί το στοιχείο της νίκης του και της ανόδου του ποσοστού του, προφανώς θα απαντήσει ότι το εκλογικό σώμα έκρινε ότι το ΠΑΣΟK δεν είναι καθόλου κουρασμένο κόμμα. Ομως, όποιος λάβει υπόψη του ότι η νίκη ήταν αγχώδης και στο νήμα (σε αντίθεση με αυτό που συνέβη το 1996, που είχε διαφορά ασφαλείας), μπορεί να οδηγηθεί στο αντίθετο συμπέρασμα.
Ενα είναι βέβαιον. Οτι το ΠΑΣΟΚ ασκεί για πολλά χρόνια την κυβερνητική εξουσία. Από το 1981 που την ανέλαβε ώς το 2004, θα μετρά 20 χρόνια, που αποτελεί ρεκόρ στην πολιτική ιστορία της χώρας. Tο επιχείρημα της «κόπωσης» και του «κατεστημένου», το 2004 θα ακούγεται πολύ πιο πειστικά. Το 1996 το ΠΑΣΟΚ κατάφερε να νικήσει, επειδή κατάφερε να πετύχει έναν αξιοθαύμαστο συνδυασμό: Να εμφανίσει εικόνα ανανέωσης, ενώ τα στελέχη που πρωταγωνιστούσαν ήταν τα ίδια. Η εικόνα αυτή οφειλόταν, πρωτίστως, στην παρουσία του κ. Σημίτη, ο οποίος κατάφερε να εγγραφεί στη «νέα σελίδα», ενώ και ο ίδιος ανήκει στη λεγόμενη «παλιά φρουρά». Το 2000 το ΠΑΣΟΚ πέτυχε νέα εκλογική νίκη, επειδή η αίσθηση του «νέου» δεν είχε εξανεμιστεί και, επιπλέον, ο κ. Σημίτης ενέπνεε μεγαλύτερη εμπιστοσύνη από τους αντιπάλους του.
Τι απ' όλα αυτά θα έχει μείνει το 2004, είναι άγνωστο. Βέβαιο είναι ότι στον εκλογικό στίβο θα υπάρχει ένα νέο κόμμα, του Αβραμόπουλου, το οποίο έχοντας την υποστήριξη, όπως φαίνεται από τώρα, ισχυρών επιχειρηματικών συγκροτημάτων και συγκροτημάτων μέσων ενημέρωσης, μπορεί να ανακατέψει την τράπουλα. Και να διευρύνει τα όρια της Κεντροδεξιάς. Αυτό, φυσικά, θα γίνει σε βάρος του ΠΑΣΟΚ και της ευρύτερης Κεντροαριστεράς, που έχει σταθερά την πλειοψηφία τα τελευταία 20 χρόνια.
Μέσα σ' αυτό το σκηνικό η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ έχει δύο απαντήσεις. Πρώτον, να ρίξει όλο το βάρος στο κυβερνητικό έργο, ώστε στο τέλος της τετραετίας να εμφανιστεί στο εκλογικό σώμα παρουσιάζοντας σημαντικές επιδόσεις και την εκπλήρωση όσων είχε υποσχεθεί. Αυτή τη στιγμή, δηλαδή στον πρώτο χρόνο της νέας κυβέρνησης, ουδείς μπορεί να προσδιορίσει, έστω με σχετική βεβαιότητα, τον βαθμό επιτυχίας ή αποτυχίας αυτού του εγχειρήματος. Ομως, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι η κυβέρνηση θα τα πάει καλά, ανακύπτει ένα επιπλέον ερώτημα: Θα αρκεί αυτό για να διεκδικήσει το ΠΑΣΟΚ ξανά την εξουσία;
Επειδή η καταφατική απάντηση είναι πολύ παρακινδυνευμένη, φτάνουμε στη δεύτερη απάντηση που καλείται να δώσει η ηγεσία του. Και αυτή ακούει στο όνομα ανανέωση. Πέραν των λόγων που εκθέσαμε στην αρχή, οι τελευταίες εκλογές έδειξαν ότι το ΠΑΣΟΚ δεν κέρδισε περιχαρακωνόμενο στον δικό του στενό πυρήνα οπαδών. Προσέλκυσε στελέχη και από τα δεξιά και από τ' αριστερά του, γεγονός που είχε ευθεία αντανάκλαση και στο επίπεδο των ψηφοφόρων. Ολες οι δημοσκοπήσεις έδειξαν ότι ένα κρίσιμο ποσοστό ψήφων, το οποίο του έδωσε τη νίκη, προήλθε από τον χώρο της ανανεωτικής Αριστεράς κι ένα άλλο από τον ευρύτερο συντηρητικό χώρο. Οποιοι δεν το βλέπουν αυτό ή στρουθοκαμηλίζουν ή απλώς επιθυμούν να ηττηθεί το ΠΑΣΟΚ στις προσεχείς εκλογές.
Σ' αυτό το σημείο εμφανίζονται τα φαντάσματα και οι ανασφάλειες των παραδοσιακών στελεχών του ΠΑΣΟΚ, τα οποία, προφανώς, φοβούνται ότι κάποιοι άλλοι θα εισβάλουν για να τους πάρουν τις καρέκλες. Είναι ο φόβος του «ιδιοκτήτη» μπροστά στον «ενοικιαστή», κατά την παροιμιώδη φράση (και από τις πιο άστοχες) που αποδίδεται στον κ. Λαλιώτη. Η εικόνα, που εκπέμπεται εσχάτως από το κυβερνών κόμμα είναι μια άτυπη «συσπείρωση» στελεχών της «παλιάς φρουράς» απέναντι στους επίδοξους νέους «εισβολείς», τους οποίους -υποτίθεται ότι- ενθαρρύνει ο κ. Σημίτης. Είναι, δηλαδή, σαν να λέμε ότι ο Τσοχατζόπουλος απειλείται από τον Χριστοδουλάκη, η Βάσω Παπανδρέου από τον Πρωτόπαπα, ο Λαλιώτης από τον Ευθυμιόπουλο (η επιλογή των ονομάτων είναι απλώς ενδεικτική). Αν απειλούνται, σημαίνει ότι έχουν έλθει τα πάνω-κάτω και ότι αυτά τα παραδοσιακά στελέχη έχουν απαξιωθεί και δεν έχουν τίποτε άλλο να προσφέρουν. Προφανώς, δεν συμβαίνει αυτό και δεν το πιστεύει κανείς.
Αρα, πρέπει να αναζητήσουμε το σύνδρομο της ανασφάλειας, το οποίο οδηγεί στον «φόβο από τα φαντάσματα», τον οποίο περιέγραψε πολύ εύστοχα η κ. Παπανδρέου, μιλώντας για άλλο θέμα. Αλλωστε, ανανέωση στο ΠΑΣΟΚ έχει επέλθει σε πολύ μεγάλο βαθμό, ιδίως μετά το 1993, δηλαδή ζώντος ακόμη του Ανδρέα Παπανδρέου. Θα διατηρούσε τον πρωταγωνιστικό του ρόλο χωρίς αυτή την εσωτερική ανανέωση, αλλά και χωρίς την προσέλκυση νέων στελεχών -φυσικά και ψηφοφόρων- από αριστερά και δεξιά του; Ολοι αναγνωρίζουν ότι δεν θα είχε συμβεί.
Το κλίμα στο ΠΑΣΟΚ (αν και εν πολλοίς είναι φτιαχτό) θυμίζει κάτι από «μέρες του '96». Το αποτέλεσμα της τότε σύγκρουσης είναι γνωστό. Αν και σήμερα η σύγκρουση γίνει μεταξύ «ανανέωσης» και «ιστορικού ΠΑΣΟΚ», το αποτέλεσμα είναι περίπου προδιαγεγραμμένο. Οχι μόνο λόγω εσωτερικών συσχετισμών, αλλά επειδή όποιος αμύνεται με όρους παρελθόντος (όπως π.χ. ο κ. Πάγκαλος για τους δικούς του προσωπικούς λόγους) δεν έχει πολλές ελπίδες να νικήσει.
Αλλο είναι το ερώτημα: Η σύγκρουση του 1996 ωφέλησε τον κ. Σημίτη και το σύνολο του ΠΑΣΟΚ, με την έννοια ότι διατηρήθηκε στην εξουσία για άλλες δύο τετραετίες. Η διαφαινόμενη σημερινή σύγκρουση (αν και δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα επέλθει, διότι -επαναλαμβάνουμε- το κλίμα είναι εν πολλοίς κατασκευασμένο) θα έχει ανάλογο αποτέλεσμα; Κάθε πρόβλεψη είναι επισφαλής. Για τρεις λόγους: Πρώτον, διότι ο κ. Σημίτης αρνείται επί του παρόντος να ξεκαθαρίσει «πού (θέλει να) το πάει». Και αυτό είναι λάθος του. Δεύτερον, διότι το ΠΑΣΟΚ δεν είναι πλέον «φρέσκο», όπως ήταν (ή έδωσε την εντύπωση ότι ήταν) το 1996. Και, τρίτον, διότι το παιχνίδι δεν το καθορίζει πλέον αποκλειστικά ο κ. Σημίτης, όπως το 1996. Υπάρχει και ο απρόβλεπτος παράγοντας που λέγεται Αβραμόπουλος.
Συμπέρασμα: Οποιος βλέπει φαντάσματα, κινδυνεύει να πεθάνει από τον φόβο του. Αλλά στην προκειμένη περίπτωση είναι προτιμότερο να τρέχουν, έστω και λόγω φαντασμάτων, παρά να βουλιάξουν στην αυταρέσκεια και μακαριότητά τους.
|