Ρήγας Βελεστινλής
ΟΙ ΜΑΚΕΔΟΝΕΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ ΤΟΥ ΡΗΓΑ
  Οι πολιτικές και ιδεολογικές ζυμώσεις στα τέλη του 18ου αιώνα, που επικρατούσαν στη Γαλλία, δεν άφησαν ανεπηρέαστους τους λαούς της Βαλκανικής, που ζούσαν κάτω από το ζυγό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το πνεύμα το φιλελεύθερο και έντονα δημοκρατικό του Μοντεσκιέ, του Ρουσώ, του Βολταίρου και των άλλων εγκυκλοπαιδιστών, και η επακολουθήσασα γαλλική επανάσταση του 1789, ώθησαν τους πατριώτες των Βαλκανίων, και περισσότερο απ' όλους τους Έλληνες, σε συσσωματώσεις επαναστατικές, με σκοπό αντικειμενικό την απελευθέρωση της Ελλάδος. Οι Έλληνες που είχαν εγκατασταθεί στις φιλόξενες χώρες της Αυστρίας, της Ουγγαρίας, της Γερμανίας και ιδιαίτερα στη Νότιο Ρωσία, όπου είχαν ιδρυθεί θαυμάσιες παροικίες οι οποίες τόσο συνέβαλαν αργότερα στη διαμόρφωση του Νεοελληνισμού, μετά τον τερματισμό τον άδοξο της ρωσοαυστριακής εκστρατείας κατά της Τουρκίας, που τόσο πολύ από την αρχή είχεν αναπτερώσεις τις ελπίδες των λαών της Βαλκανικής, και ιδιαίτερα των Ελλήνων, έβλεπαν πως οι πόθοι και τα όνειρά τους είχαν διαψευσθεί. Ευτύχημα πως σε λίγο ανέτειλε στο στερέωμα η Δημοκρατική Γαλλία, η οποία με τις νίκες του Βοναπάρτη στην Ιταλία και με τη συνθήκη του Campoformio στα 1796 αναπτέρωσε τις εθνικές προσδοκίες των Ελλήνων και των άλλων υποδούλων λαών.

Στην πρωτεύουσα της Αυστρίας, τη Βιέννη, είχαν αρχίσει να εγκαθίστανται από τις αρχές του 18ου αιώνα πολλοί Έλληνες φεύγοντες τον τουρκικό ζυγό με όλα τα αφάνταστα δεινά. Βρήκαν εκεί ασφάλεια ζωής και σε λίγες δεκαετίες δημιούργησαν μια θαυμάσια παροικία, η οποία εξειλίχθη με το πέρασμα του χρόνου σ' ένα οικονομικό και πνευματικό φυτώριο, που τόσο πολύ επέδρασε στην προπαρασκευή του Ελληνικού Γένους για την απόκτηση της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας.

Συνήθως τοποθετούμε τη μαζική και μόνιμη εγκατάσταση Ελλήνων στην αυστριακή πρωτεύουσα στις αρχές του 18ου αιώνα. Όμως η σποραδική κίνηση των Ελλήνων επί του αυστριακού εδάφους αρχίζει πολύ παλιότερα, γιατί οι πηγές από τα αυστριακά αρχεία, που τελευταία είδαν το φως της δημοσιότητας, μας πληροφορούν ότι από τον 16ον ακόμη αιώνα Έλληνες από τη Μακεδονία, την Κρήτη, τη Θεσσαλία και από τα νησιά, είχαν αρχίσει να εγκαθίστανται στη Βιέννη, να σπουδάζουν και να τυπώνουν εκεί νεοελληνικά έργα. Η αραιά, μα αδιάκοπη πνευματική επικοινωνία με τη Βιέννη συνεχίζεται και στους επόμενους αιώνες, αποκορυφώθηκε δε στην εποχή του Ρήγα Βελεστινλή, όπου δύο καθαρώς ελληνικά τυπογραφεία, του Βεντόττη και των αδελφών Πούλιου, έφεραν στη δημοσιότητα τη μεγάλη πνευματική παραγωγή των λογίων Ελλήνων της Αυστροουγγαρίας.

Ανάμεσα λοιπόν σε αυτούς τους Έλληνες της Βιέννης πλεόναζαν οι Μακεδόνες. Η ανάπτυξη του εμπορίου της Βιέννης εξαρτήθηκε πολύ από τους Έλληνες, γιατί οι 120 μεγάλοι εμπορικοί και τραπεζικοί οίκοι της αυστριακής πρωτεύουσας, μεγάλου ευρωπαϊκού κέντρου στην ιστορούμενη εποχή, κατά τα 3/4 ανήκαν στους Έλληνες της Μακεδονίας. Αυτοί οι Έλληνες από την Κοζάνη, τη Σιάτιστα, την Καστοριά, το Βλάτσι, την Κλεισούρα, τη Θεσσαλονίκη, το Μοναστήρι, τη Μοσχόπολη, το Κρούσοβο, τας Σέρας, το Σιδηρόκαστρο, είχαν εγκατασταθεί στη Βιέννη, τη Βουδαπέστη, το Τέμεσβαρ, το Βουκουρέστι, και γενικά στις Ηγεμονίες του Δούναβη, λιγότεροι δε στη Νότιο Ρωσία και ακόμη λιγότεροι στην Τεργέστη. Κυρίως όμως η Βιέννη και η Βουδαπέστη και άλλες μερικές πόλεις της παλαιάς μοναρχίας των Αψβούργων υπήρξαν τα αστικά κέντρα, όπου εγκαταστάθηκαν οι Μακεδόνες πραγματευτάδες και διάφοροι άλλοι επιχειρηματίες.

Στις αρχές του 17ου αιώνα η οικογένεια των Σακελλαρίων από την Κοζάνη εγκαταστάθηκε στη Βουδαπέστη, όπου ασχολήθηκε με μεγάλη επιτυχία σε εμπορικές επιχειρήσεις, καθώς και ο Καραγιάννης Κοζανίτης και αυτός με μεγάλη ανάπτυξη εμπορικών κλάδων στη Βιέννη. Ο Καραγιάννης έγινε σε λίγα χρόνια πρόεδρος της ιδιαίτερης παροικίας των Ελλήνων της Μακεδονίας στη Βιέννη και, με τις σχέσεις που είχε δημιουργήσει, επέτυχε να λάβει αυτοκρατορική άδεια για την ανέγερση και λειτουργία ορθόδοξης εκκλησίας, του Αγίου Γεωργίου, για την οποία διέθεσε από την ατομική του περιουσία 70.000 φλορίνια. Ο γιος του Καραγιάννη, Θεόδωρος φόν Καραγιάννης, απέκτησε τίτλους ευγενείας, εξελέγη πρόεδρος της Ακαδημίας της Βιέννης και βασιλικός σύμβουλος, από αυτούς δε προέρχεται ο σημερινός διάσημος διευθυντής ορχήστρας Herbert von Karayan, που όμως λησμόνησε, όπως ήταν φυσικό ύστερα από τόσες γενεές, τον τόπο της καταγωγής του.

Άλλος εξέχων Κοζανίτης υπήρξεν ο Γεώργιος Αγόρας, μεγαλέμπορος στη Βουδαπέστη, του οποίου ο γιός υπηρέτησεν ως αξιωματικός στις στρατιές του Ναπολέοντα, ο Σιατιστινός ιατρός Δημήτριος Καρακάσης, συγγραφεύς επιστημονικών έργων και ποιητής, οι Κοζανίται Γεώργιος Αυλιώτης, έμπορος και Κοντορούσης, εξαίρετος νομομαθής, και ο Γεώργιος Σακελλαρίου, ιατροφιλόσοφος, σημαιοφόρος του ελληνικού τάγματος που συνεστήθη στην Ουγγαρία, ποιητής και αντίπαλος του διασήμου Καστοριανού ποιητή και δικαστού Αθανασίου Χριστοπούλου, που ο ανδριάς του στην Καστοριά, τοποθετημένος απάνω στο λόφο της λίμνης, αντικρίζει τον Απόσκεπο και το Βίτσι.

Ακολουθούν οι Σιατιστινοί έμποροι στη Βουδαπέστη και στο Σεμλίνο αδελφοί Τουρούντζια, εξαιρετικοί πατριώτες, για τους οποίους θα μιλήσουμε παρακάτω, ο Κοζανίτης διαπρέπης καθηγητής Ευφρόσυνος Ραφαήλ Πόποβιτς, που δίδαξε στη Βιέννη, στο Τέμεσβαρ, στο Ζέμουν και το Βουκουρέστι, ο άλλος εξαίρετος δάσκαλος από τη Σιάτιστα, ο Μανούσης, που ανέδειξε την ελληνική σχολή της Βιέννης, πρόγονος του μετέπειτα καθηγητού του Πανεπιστημίου Αθηνών και μεγάλου ευεργέτη της Σιάτιστας Θεοδώρου Μανούση, οι επίσης Σιατιστινοί αδελφοί Νάκου, που έβγαλαν και γερουσιαστάς στη Βιέννη, οι αδελφοί Ζαβίρα, και αυτοί από τη Σιάτιστα, από τους οποίους ο Γεώργιος υπήρξε από τους πιο λογίους και πολυμαθείς της εποχής τους, συγγραφεύς και εκδότης και υποστηρικτής πολλών έργων. Ο Ζαβίρας καλλιέργησε σε μεγάλο βαθμό τις ελληνοουγγρικές πνευματικές σχέσεις, έκτοτε δε πλείστοι Ούγγροι άνθρωποι των γραμμάτων δίδαξαν και έγραψαν για την Ελλάδα.

Ακολουθούν οι Κλεισουριώτες αδελφοί Δάρβαρη, ο Θεσσαλονικεύς Ιωάννης Γούτα Καυταντζόγλου, που με την κληρονομιά του δημιουργήθηκε το Καυταντζόγλιο Στάδιο στη Θεσσαλονίκη, οι Βλατσιώτες τραπεζίτες Δούμπας και Βέλλιος, που γέμισαν το έθνος με δωρεές και μεγάλα κληροδοτήματα και εξυπηρέτησαν την πατρίδα, τα γράμματα και τις τέχνες, οι Κοζανίται Τακιατζήδες και Χαρίσηδες, μεγάλη ευεργέτες των ελληνικών κοινοτήτων του εξωτερικού και της πατρίδος των, κ.ά.

Σε μια τέτοια οργάνωση και σφριγώσα παροικία, η οποία με την πάροδο του χρόνου είχαν εξελιχθή σε εθνική και πνευματική ελληνική εστία, γεννήθηκε και η ελληνική δημοσιογραφία των νεωτέρων χρόνων, όπως θα δούμε.

Από τις αρχές του 1790 εξεδόθη στη Βιέννη το πρώτο δημοσιογραφικό όργανω των συγχρόνων Ελλήνων, "Η Εφημερίς", όπως ελέγετο, από τους Σιατιστινούς αδελφούς Μαρκίδας Πούλιου. Έτσι, μετά τον πρώτο Έλληνα εκδότη, τον Γεώργιο Βεντόττη, του οποίου την εφημερίδα έπαυσαν οι Αυστριακοί στα 1794, η "Εφημερίδα" των αδελφών Πούλιου υπήρξε το κατ' εξοχήν εθνικό και δημοσιογραφικό όργανο των Ελλήνων της αυστριακής πρωτεύουσας.

Ο πατέρας των αδελφών Μαρκίδων Πουλίων είχεν εγκατασταθή οικογενειακώς στη Βιέννη στα 1776 κι' εκεί μόρφωσε τα δυό του παιδιά και τα εξέμαθε τη γαλλική, τη γερμανική και τη λατινική γλώσσα.

Η πρώτη λοιπόν αυτή δημοσιογραφική εξόρμηση των Σιατιστικών αδελφών είχε ένα πατριωτικό χαρακτήρα και ήρχετο να παίξη πολύ σημαντική ρόλο στην πνευματική και την πολιτική αφύπνιση του Ελληνισμού και των άλλων λαών της Βαλκανικής.

Στο πρώτο φύλλο της "Εφημερίδος", που διασώζεται στη βιβλιοθήκη της Κοζάνης και φέρει χρονολογία 31 Δεκεμβρίου 1790, διαβάζουμε τα εξής χαρακτηριστικά: "... Όντες υστερημένοι οι απόγονοι εκείνων των περιβοήτων Ελλήνων από την αυτονομίαν, και υποδεδουλωμένοι εις πολλά βάσανα, με όλον τούτο δεν παύουσι ποτέ μιμούμενοι τους παλαιούς των προπάτορας...".

Η πρωτοπορειακή αυτή εφημερίδα είχε μεγάλη διάδοση στις Παραδουνάβιες χώρες και πολλοί Έλληνες, ελληνομαθείς βογιάροι Ρουμάνοι, Σέρβοι και Βούλγαροι πατριώτες, καθώς και Φαναριώτες λόγιοι και έμποροι, έγιναν συνδρομηταί και με ανυπομονησία περίμεναν να διαβάσουν την "Εφημερίδα".

Οπως προαναφέρθηκε, το κέντρο βάρους στην πολιτική κίνηση είχε μετατοπισθή στη Γαλλία, και σε εκατοντάδες συνεχόμενες σελίδες της εφημερίδας αναγράφονταν οι συζητήσεις περί των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτου, εδημοσιεύοντο δε και αποφάσεις της Εθνοσυνελεύσεως των Παρισίων. Αυτά τα δημοσιεύματα και η ελεύθερη κυκλοφορία, που είχαν στις Παραδουνάβιες χώρες, προκάλεσαν τη διαμαρτυρία του Αυστριακού πρεσβευτή στον Ηγεμόνα της Βλαχιάς, που χαρακτήριζε τον Πούλιο σαν επικίνδυνο υποκείμενο και ζήτησε την απομάκρυνσή του από την Αυστρία, καθώς και την παύση της "Εφημερίδος". Αυτές οι ενδείξεις, τόσο στη Βλαχιά, όσο και στην Πόλη, από τον Αυστριακό πρεσβευτή Έρμπερτ Ράτκηλ, μας δείχνουν τη βαθειά μεταστροφή που είχε συντελεσθή στα πνεύματα των φιλελευθέρων Ελλήνων της εποχής εκείνης προς τους Γάλλους, την οποία, παρ' όλη την λογοκρισία των Αυστραιακών, καλλιεργούσε η πρωτοπόρος αυτή εφημερίδα.

Τα επαναστατικά ιδεώδη του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και της επαναστατημένης Γαλλίας δεν ήταν παρά μια αναβίωση των ηθικών εκείνων δυνάμεων, που είχαν οδηγήσει την αρχαίαν Ελλάδα στο κλασσικό μεγαλείο. Οι τυραννομάχοι πρόμαχοι της Δημοκρατίας διεκήρυξαν τότε ότι ανέστησαν στη Γαλλία το πνεύμα και τη δόξα των Αρχαίων Ελλήνων. Ο δικός μας Κοραής, που ζούσε όλα τα χρόνια στο Παρίσι, στα 1792 έγραφε τα εξής χαρακτηριστικά: "Εις τον παρόντα πόλεμον είδον πράγματα όντως Ελληνικά ... Μόνον οι Έλληνες έδειξαν εις τον κόσμον τοιαύτας τόλμας και μόνον οι Γάλλοι τας μιμούνται την σήμερον. Δεν ακούεις άλλο της σήμερον πάρεξ Μαραθώνα, Σαλαμίνα, Αρτεμίσιον, Λεύκτρα, Πλαταίας". Τίποτε άλλο δεν εχρειάζετο για να συνδέση ψυχικά τους ανήσυχους πατριώτες των ελληνικών παροικιών της Ευρώπης με τα δημοκρατικά ιδανικά και το φιλελεύθερο πνεύμα της επαναστατημένης Γαλλίας.

 
Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων