Ρήγας Βελεστινλής
Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ (ΡΗΓΑΣ ΦΕΡΑΙΟΣ)
Του Ίβο Άντριτς
 
Ο αδριάντας του Ρήγα σε ομώνυμο δρόμο του Βελιγραδίου
Το διήγημα "Η Παράδοση", με υπότιτλο Ο Ρήγας Φεραίος, πρωτοδημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό Knjizeune novine, έτος Α', τεύχος 23, της 20ής Ιουλίου 1948, με αφορμή τα 150 χρόνια από τον μαρτυρικό θάνατο του Ρήγα. Εδώ δημοσιεύεται σε μετάφραση του Νίκου Τσιτσιμελή. Ο Ίβο Άντριτς (1892-1975) -πήρε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας- ήταν Σέρβος από τη Βοσνία και στο έργο του αποτύπωσε τη ζωή στην πολυεθνική βαλκανική χερσόνησο.

Το πελώριο και κατραμωμένο αυστριακό καράβι με το μουντό καφέ πανί που κρεμιότανε νωθρό, έφτασε στις 9 Μαΐου 1798 το απόγευμα κάτω από την πύλη του Δούναβη του κάστρου του Βελιγραδίου. Η φρουρά στην πύλη είχε ενισχυθεί. Οι Τούρκοι βαρκάρηδες, ξυπόλητοι, με φαρδιά σαλβάρια γυρισμένα ως τα γόνατα, βοηθούσαν στην απόβαση.

Δεκατρείς μέρες ταξίδευε αυτό το καράβι κατεβαίνοντας το Δούναβη, απ' τη Βιέννη ως το Βελιγράδι. Στο σκοτεινό εσωτερικό του καραβιού κείτονταν οκτώ αλυσοδεμένοι Έλληνες πατριώτες, ενώ είκοσι τέσσερις επίλεκτοι στρατιώτες του συντάγματος του Σπλένι, με τον υπολοχαγό Λάζαρ διοικητή, αγρυπνούσαν μέρα-νύχτα για να μην αυτοκτονήσει κανείς από τους δεμένους Έλληνες και για να μπορέσουν γερούς και ζωντανούς "επί αποδείξει" να τους παραδώσουν στις τουρκικές αρχές στο Βελιγράδι, όπως είχαν συμφωνήσει ο αυστριακός έκτακτος απεσταλμένος κι ο ρεϊς-εφέντης Ατίφ Αχμέτ στην Πόλη.

Την καλύτερη θέση στο καράβι είχε ο δραγουμάνος της τουρκικής πρεσβείας στη Βιέννη, γεμάτος κι ωχρός Οθωμανός που συνόδευε το καράβι κι έπρεπε να είναι παρών στην παράδοση.

Το πρωί ξεκίνησαν από το Πετροβαραντίν, άραξαν στο Ζέμουν κι εκεί έμειναν λίγο ώσπου να πάρουν στο πλοίο έναν αξιωματικό του Λαζαρέτου και τον διερμηνέα. Αφού γευμάτισαν, κατευθύνθηκαν προς το κάστρο του Βελιγραδίου.

Η μέρα ήσαν ζεστή, σαν καλοκαιρινή.

Πήγαιναν αργά.

Πρώτος κατέβηκε απ' το καράβι ο υπολοχαγός Λάζαρ, λιγνός και βλοσυρός, στην πράσινη στολή, με τα κίτρινα διακριτικά του συντάγματός του γύρω στο κολάρο και στα μανίκια, κατόπιν τρεκλίζοντας βαριά ο δραγουμάνος της τουρκικής πρεσβείας, μετά απ' αυτόν ο υπηρέτης, μ' ένα παλιακό σεντούκι δερμάτινο.

Ενώ αυτοί κατέβαιναν το ξύλινο γεφυράκι, κατά μήκος της άκρης του καραβιού παρατάχθηκαν δεκατέσσερις στρατιώτες του συντάγματος του Σπλάνι. Στη μέση αυτού του ζωντανού πράσινου και κίτρινου φράχτη άφησαν ένα κενό σαν πόρτα. Σε λίγο, από το σκοτεινό εσωτερικό του καραβιού πρόβαλαν τέσσερις στρατιώτες και πίσω τους, με το χτύπο των αλυσίδων, παραπατώντας με μισόκλειστα τα μάτια τους από τ' απογευματινό φως ξεχύθηκαν οκτώ φυλακισμένοι. Τους ακολουθούσαν άλλοι τέσσερις στρατιώτες.

Δύο στρατιώτες στην αρχή αυτή της μικρής πομπής κρατούσαν τις αλυσίδες, όπως επίσης άλλοι δύο στο τέλος της. Έτσι, αυτοί οι άνθρωποι, που ήταν δεμένοι ανά δύο στο τέλος της. Έτσι, αυτοί οι οκτώ άνθρωποι, που ήταν δεμένοι ανά δύο, ήταν σαν αρμαθιασμένοι μ' άλλες δύο αλυσίδες κατά μήκος και κανείς απ' αυτήν την αρμάθα δεν μπορούσε να ξεφύγει.

Ο Τούρκος διοικητής του κάστρου, μικροκαμωμένος με τεράστιο κεφάλι, έτρεχε αριστερά και δεξιά, έδινε με την τσιριχτή φωνή του διαταγές: από κάποια μεγάλη έγνοια κι έξαψη, τα μάτια του ήταν θλιμμένα λες και τώρα θ' αρχίσει να κλαίει.

Σε μια στιγμή, όλο αυτό τ' ανθρωπολόι το κατάπιε η μικρή και σκοτεινή πύλη. Έμειναν μόνο η τουρκική φρουρά κι οι αυστριακοί στρατιώτες στο πλοίο. Αλλ' όλοι εκείνοι που είχαν χαθεί μέσα στην πύλη αναφάνηκαν έπειτ' από λίγο ψηλά στη βόρεια έπαλξη του κάστρου, που τη φώτιζε πια η κοκκινωπή λάμψη του ήλιου που πήγαινε να βασιλέψει.

Ήταν αυτή μια πλατιά τετράγωνη ταράτσα, που προεξείχε στο χώρο πάνω από το Δούναβη. ήταν ελεύθερη απ' τις τρεις πλευρές, όπου φαίνονταν οι άδειες θαλάμες των κανονιών, και με την τέταρτη ακουμπούσε στον από κόκκινα τούβλα τοίχο του κάστρου, όπου ήταν δυο μικρότερες και μικρά, ψηλά, καγκελωτά παράθυρα.

Εκεί οι αυστριακοί στρατιώτες άφησαν και τις δύο αλυσίδες και την ίδια στιγμή ολόκληρη η μονάδα των Τούρκων πυροβολητών σκόρπισε στις ελεύθερες πλευρές της ταράτσας σαν πυκνός φράχτης.

Τρεις απ' τους δεμένους έπεσαν αμέσως στη γη, ενώ οι άλλοι κουνούσαν τα μουδιασμένα τους πόδια και χέρια όσο τους άφηναν οι αλυσίδες με τις οποίες ήταν δεμένοι ο ένας με τον άλλον. Κάποιοι κοίταζαν γύρω τους, θέλοντας να καταλάβουν πού βρίσκονται, ενώ άλλοι κοίταζαν πάνω από τους Τούρκους στρατιώτες, στην ελεύθερη έκταση με τον μεγάλο ουρανό, όπου διαδέχονταν το 'να τ' άλλο και λαμποκοπούσαν χρώματα μεταξένιας λάμψης.

Οι φυλακισμένοι όλοι τους ήταν ντυμένοι με αστικές ενδυμασίες, αλλά ατημέλητοι, χλομοί και με γένια μεγαλωμένα, κάποιοι εντελώς εξαντλημένοι και πεσμένοι.

Εκείνες οι δύο πύλες κάθε στιγμή άνοιγαν κι απ' αυτές, μαζί με τον αέρα, γρήγορα μπαινόβγαιναν πολίτες, σεϊζήδες, υπαξιωματικοί. Η διέγερση δεν μειωνόταν, αλλ' αυξανόταν. Όλοι τους κάτι ήθελαν και ζητούσαν, ο διοικητής, ο αυστριακός αξιωματικός, ο δραγουμάνος. Περίμεναν και τον καϊμακάμη που πρέπει εν ονόματι του βεζύρη που έλειπε να παραλάβει τους πολιτικούς κρατούμενους.

Οι Αυστριακοί βιάζονταν γιατί ήθελαν με κάθε τρόπο να τελειώσουν τη δουλειά της παράδοσης. Ο διοικητής του κάστρου εξηγούσε ότι μετά τη δύση του ήλιου δεν μπορούσε κανείς που δεν ανήκει στη φρουρά να βρεθεί μέσα στο γύρο του κάστρου, ότι ο καϊμακάμης δεν έχει ακόμα φανεί, ότι η δουλειά της παράδοσης είναι σπουδαία και περίπλοκη κι ότι για όλα αυτά καλύτερα θα 'ταν ν' αφήσουν εδώ τους φυλακισμένους, με προσωρινή απόδειξη, κι αυτοί να κοιμηθούν στο Ζέμουν και αύριο ν' αποτελειώσουν τη δουλειά καθώς πρέπει.

Σ' αυτό αντιτάχθηκε αποφασιστικά ο Αυστριακός αξιωματικός που τον υποστήριζε ο δραγουμάνος της τουρκικής πρεσβείας. Έβριζε τον διοικητή φωναχτά, βεβαιώνοντας ότι ως τη δύση του ηλίου έχουν πάνω από μιαν ώρα και δείχνοντας το ηλιόλουστο ποτάμι με τα νησιά του. Κι ο διοικητής καθόταν ακουμπισμένος στον τοίχο, στη σκιά, κι απαντούσε αλαζονικά ότι γνωρίζει τον κανονισμό κι ότι κανείς δεν θα του μάθει πότε βασιλεύει ο ήλιος.

Άρχισε μια από κείνες τις γεμάτες οργή κι ανεξήγητες τουρκικές λογομαχίες που διέκοψε η άφιξη του καϊμακάμη. Μελιστάλαχτος κι ευγενικός, διέταξε ν' αρχίσουν αμέσως την παράδοση-παραλαβή και τις υγειονομικές διατυπώσεις.

Ο Αυστριακός επιλοχίας διάβαζε τα ελληνικά ονόματα με γερμανική προφορά, οι Τούρκοι με τη δική τους κι οι ίδιοι οι φυλακισμένοι τα λέγανε ελληνικά. Δύσπιστοι οι Τούρκοι, πλησίαζαν μερικούς δεμένους Έλληνες κρατώντας την ατομική τους περιγραφή στα χέρια τους και κοίταζαν προσεκτικά τον καθένα απ' αυτούς, όπως κοιτάνε τα ζώα όταν θέλουν να τ' αγοράσουν.

Πολύ κρατούσε αυτή η βασανιστική συνεννόηση για τους δεμένους. Κι όταν το πρωτόκολλο συντάχθηκε κι υπογράφηκε, η έπαλξη είχε σκεπασθεί με τη σκιά του δειλινού. μόνο τα πράσινα νησιά του Δούναβη ήταν ακόμα φωτισμένα, πάνω τους έτρεμε, σαν φωτοστέφανο, φωτεινή καταχνιά από τις εξατμίσεις συνυφασμένη με τ' αναρίθμητα έντομα που πετούσαν πέρα-δώθε.

Ο Αυστριακός υπολοχαγός κι η συνοδεία του σηκώθηκαν να φύγουν. Οι επιλοχίες μάζευαν τα έγγραφα για την παράδοση και τα 'βαζαν σ' ένα μαύρο πλακωτό κουτί από λαμαρίνα. Εκείνη τη στιγμή απ' το βαρύ σωρό των δεμένων κρατουμένων υψώνεται αυστηρή φωνή:

-Κύριε υπολοχαγέ!

Μιλούσε ο Ρήγας Βελεστινλής, ξανθός άντρας με φαρδιές πλάτες και πλατύ λιονταρίσιο πρόσωπο, μιλούσε σε σωστή γερμανική γλώσσα, αυστηρά:

-Κύριε υπολοχαγέ, εσείς είστε ο τελευταίος άνθρωπος από τον ευρωπαϊκό φωτισμένο κόσμο που λίγες στιγμές ακόμη βλέπουμε με τα μάτια μας. Εσείς είχατε το αζήλευτο καθήκον να μας φέρεται εδώ, και μεταφέρτε το μήνυμά μας σ' αυτόν τον δικό σας "φωτισμένο" κόσμο: Ντροπή του για την επαίσχυντη συμπεριφορά του σ' εμάς!

Μιλούσε γρήγορα, σαν να είχε αποστηθίσει, δίνοντας όλο του τον εαυτό στο λόγο, σαν να είναι η κάθε λέξη ο μαγικός τύπος απ' όπου γίνεται το έργο. Τα μάτια του έλαμπαν σαν να είχε πυρετό, κουνούσε το δεξί του χέρι, όσο τον άφηνε η αλυσίδα, πότε σφίγγοντας και πότε τεντώνοντας τη γροθιά του.

-Τι θέλει αυτός ο τρελός; Κλείστε του το στόμα, σας παρακαλώ! -απευθύνθηκε αυστηρά ο υπολοχαγός στον επιλοχία.

Αλλ' οι λέξεις έπεφταν βροχή. Ο Ρήγας Φεραίος μιλούσε με την ταχύτητα βέλους σαν να εξαρτάται η σωτηρία του από το εάν θα τα πει όλα.

-Ναι, αντί να μας εκτελέσετε σαν ανθρώπους στη Βιέννη, εσείς απάνθρωπα μας παραδώσατε στους χειρότερους ανθρώπους της γης, στους εχθρούς μας να μας σκοτώσουν με βασανισμούς, στα κουφά, δειλά. Δεν μας δικάσατε, αλλά μας παζαρέψατε.

-Μα, κλείστε του το στόμα, σας λέω...

-Εύκολο είναι να μου κλείσετε το στόμα. Εμείς θα πεθάνουμε με θάνατο φοβερό, ίσως ήδη αυτή τη νύχτα, παραδομένοι και προδομένοι, κι εσείς να πάτε, ελεύθεροι κι ευτυχισμένοι, στη Βιέννη σας, να υπηρετείτε τον αυτοκράτορά σας, να προσεύχεστε στο θεό σας, να ζείτε τη δική σας "πολιτισμένη ζωή, αλλά πρέπει να ντρέπεστε μπροστά στον κόσμο, μπροστά στην ιστορία... -Χτυπήστε το το παλιόσκυλο!

Τώρα άρχισαν ν' ανεβαίνουν τρέχοντας κι οι Τούρκοι υπαξιωματικοί. Έτρεξαν κι ο διερμηνέας κι ο επιλοχίας, αλλά δεν ήξεραν τι να κάνουν μ' αυτόν το δεμένο που φώναζε, μολονότι τον χτυπούσαν με γροθιές.

-Αυτή η ντροπή θα τρώει εσάς και θα φάει τους απογόνους σας.

Μόλις τότε δύο στρατιώτες κατόρθωσαν να του κλείσουν το στόμα με τα κοντάκια των όπλων τους. Πριν τον ρίξουν κάτω φώναξε γι' άλλη μια φορά, αλλ' όχι πια κάποια συγκεκριμένη λέξη, αλλά μια ακατανόητη κραυγή απ' το λάρυγγα, σαν τον άνθρωπο που βυθίζεται κι έπεσε ανάμεσα στους συντρόφους του που είχαν γείρει κάτω.

 
Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων