Ενενήντα Επτά - To Περιοδικό της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας
Τεύχος 7ο


ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΑΠΟ ΜΑΚΡΙΑ ΚΙ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ

Της Σαλονίκης μοναχά τής πρέπει το καράβι.

Να μην τολμήσεις να τη δεις ποτέ από τη στεριά

(Ν. Καββαδίας, «Θεσσαλονίκη II»)

Προκειμένου περί Θεσσαλονίκης, η είσοδος του κόσμου

να γίνεται απ' τη θάλασσα.

(Ν.Γ. Πεντζίκης, «Μητέρα Θεσσαλονίκη»)

Η Θεσσαλονίκη αποτελεί, λόγω θέσης, μια περίβλεπτη, εξωστρεφή πόλη - δεν έχει πίσω πλευρά. Τα υψώματα και οι ορεινοί όγκοι στους οποίους ακουμπά, την στρέφουν αναγκαστικά προς την θάλασσα. Αυτό το αντιλαμβάνεται κανείς τόσο όταν περιφέρεται στο εσωτερικό της (ξέρει πάντα κατά που πέφτει η θάλασσα ακόμη κι αν δεν την βλέπει) όσο κι όταν την προσεγγίζει με καράβι και την θεάται εξ αποστάσεως.

Σωζόμενες εκτενείς εντυπώσεις από την θαλάσσια θέαση της πόλης ξεκινούν από τον περασμένο αιώνα και πυκνώνουν στη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου στα 1914-19, όταν η Θεσσαλονίκη υποδέχεται όλο το συμμαχικό στρατομάνι που καταπλέει αδιάκοπα υπερδιπλασιάζοντας μέσα σε λίγους μήνες τον πληθυσμό της. Όπως είναι φυσικό, οι εκ του μακρόθεν εντυπώσεις είναι θαυμαστικές: «Πρόκειται για μια εξαίσια οπτασία... Η πόλη είναι σα να καμαρώνει επιδεικτικά για τα μεγαλεία της... Μεγαλόπρεπη θέα... Αν είναι κανείς καλλιτέχνης, καταλαμβάνεται αμέσως από τον πόθο να αφεθεί έρμαιο καταμεσής της θάλασσας για ν' αποτυπώσει στον καμβά το πανόραμα που ξεδιπλώνεται μπρος στα μάτια του...». Καθώς όμως όλο αυτό το αλλόφυλο ανίδεο χαρμάνι αρχίζει να την περπατά και να την νιώθει στο πετσί του, οι γνώμες διαστρέφονται δραματικά: «Όσο όμορφη δείχνει εξ όψεως η Θεσσαλονίκη, τόσο αξιοθρήνητη είναι όταν την βλέπεις από μέσα... Οι δρόμοι της είναι κατασκαμμένοι από τα βαριά συμμαχικά καμιόνια κι έχουν μεταμορφωθεί σε φαρδιά βορβορώδη ρυάκια. Τα πεζοδρόμια, όταν υπάρχουν, είναι καλυμμένα από μια γλιτσερή λάσπη... Όλη η πόλη είναι χωρίς καθόλου χάρη, χωρίς ερωτισμό, δαιμονισμένη απ' το ωμό εμπορικό αλισβερίσι...».

Στα 1930 οι Θεσσαλονικείς έχουν, για πρώτη φορά ίσως, την ευκαιρία να αντικρίσουν την πόλη τους κατακόρυφα, από αέρος. Μια αγγλική αεροπορική εταιρία ονομάζει ένα από τα καινούργια υδροπλάνα της «Σίτυ οφ Σαλόνικα». Το προσθαλασσώνει μπροστά στο Μεντιτερανέ, όπου βαφτίζεται ελληνιστί κι ορθόδοξα απ' τον μητροπολίτη Γεννάδιο. Όσοι από τους ευπατρίδες ορέγονται λίγη ορατή πατριδογνωσία και μπορούν να καταβάλλουν 250 δραχμές (όταν ο σινεμάς δεν κοστίζει παραπάνω από δεκάρικο) απολαμβάνουν δέκα-δέκα μια ημίωρη βόλτα πάνω απ' την πόλη, επί αρκετές μέρες. Τόσο πολύ τους αρέσει, που λίγο αργότερα ιδρύουν την Ένωση Φίλων Αέρος η οποία, στην προσπάθειά της να εκλαϊκεύσει το αεροπλάνο, οργανώνει διαφημιστικά ταξίδια με την Εταιρία Εναερίων Συγκοινωνιών για την Αθήνα. Επιβάτης σ' ένα από αυτά, ιπτάμενη με το σκάφος «Θεσσαλονίκη», η λογία Μερόπη Βασιλικού, καταγράφει τις εντυπώσεις της από την ενενηντάλεπτη πτήση: «Πετούμε στα 2500 μέτρα... Σε μια στιγμή άνοιξα το παραθυράκι μου από περιέργεια και έβγαλα το χέρι μου έξω στον αέρα. Φυσούσε τόσο κρύα και δυνατά που νόμισα πως θα μου το έσπανε... Βλέπουμε κάτω σαν χάρτη τον κόλπο τον Θερμαϊκό και σε λίγα λεπτά τον Κίσσαβο οπότε τρώμε μπουρεκάκια, έργο της υπογεγραμμένης...». Στα τέλη της δεκαετίας του '40, οι Ελληνικές Αεροπορικές Γραμμές εκτελούν πλέον τακτικές πτήσεις Αθήνα - Θεσσαλονίκη, κι ο Δημήτρης Ψαθάς σ' ένα χρονογράφημά του αποτυπώνει την παραισθητική πρόσληψη της πόλης που δημιουργεί η εναέρια ενατένισή της: «Η Θεσσαλονίκη βρίσκεται κοντά μας όσο κι ένα από τα λεωφορειακά τέρματα της πρωτευούσης. Από την πλατεία του Συντάγματος ως τον Λευκό Πύργο δεν μεσολαβεί παρά μια σύντομη λεωφορειακή γραμμή... Καθώς περπατώ στην οδό Μεγάλου Αλεξάνδρου είναι αδύνατο να συλλάβω την απόσταση που με χωρίζει απ' το σπίτι μου...».

Την απόσταση που τον χωρίζει από το σπίτι του εκεί απέναντι έχει, για τελευταία φορά, την ευκαιρία να μετρήσει ο Θεσσαλονικιός μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '70 όταν πια σταματούν τα δρομολόγιά τους τα καραβάκια όπως ο «Αλέκος», η «Λευκή», η «Ευδοκία», η «Άννα Μαρία», που μετέφεραν τους καταϊδρωμένους αυτόχθονες στις απέναντι ακτές της Περαίας, του Μπαξέ και της Αγίας Τριάδας, για βουτιές και ούζο. Μα και να μπορούσαν σήμερα να το επαναλάβουν οι Θεσσαλονικείς, θα τους ήταν δύσκολο να ξεδιακρίνουν τα ένδον σημεία της πόλης, καθώς ο τρόπος δόμησης και χωροθέτησης θολώνει τις εικόνες αντίκρυ, κάνοντας ακόμη και τον Λευκό Πύργο δυσδιάκριτο: όπως αναφέρει ο «Πλοηγός» των ελληνικών ακτών της Υδρογραφικής Υπηρεσίας του Πολεμικού Ναυτικού «Ο Λευκός Πύργος προβάλλεται στις πολυόροφες πολυκατοικίες και δεν αναγνωρίζεται εύκολα κατά την ημέρα και ιδιαίτερα τις πρωινές ώρες.»

Έτσι, η σημερινή Θεσσαλονίκη είναι σχεδόν στερημένη από το είδωλό της, για πρώτη φορά στην ιστορία της. Η δυσκολία οπτικής πρόσβασης στο υπερθέαμα της πόλης, με εξαίρεση τους καλοκαιρινούς μήνες, συγχύζει τους τωρινούς κατοίκους της που δεν μπορούν ν' ανακαλέσουν από μνήμης το σχήμα που περιέχει τη συνείδηση και το αίμα τους. «Νιώθω να είμαι όχι απλώς ο χάρτης ή το παραστατικό σχήμα της Θεσσαλονίκης, παρά αυτή ταύτη η έκταση που καταλαμβάνει πάνω στην επιφάνεια της γης, καμπυλωμένος σαν τόξο γύρω από τη μητρική θάλασσα», αισθάνθηκε κάποτε ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης. Η αξία ενός τέτοιου εξ όψεως αναγνωρισμού συνοψίζεται στην εξής φράση από μια σχολική έκθεση ενός δεκατριάχρονου κοριτσιού που, επιστρέφοντας πέρυσι από τη Σαντορίνη στη γενέθλια πόλη του, έγραψε: «Αντικρίζοντάς την από το καράβι, μου αποκαλύφθηκε το νόημα της Θεσσαλονίκης. Βρήκα τις κρυφές ομορφιές της που της έδιναν περισσότερο τόνο». Όμως, η παρακάτω φράση συμπληρώνει, μάλλον οδυνηρά, την πρώτη: «Κατά τη γνώμη μου, θα ήθελε κανείς να την βλέπει πάντα από μακριά παρά να ζει σ' αυτήν».


ΛΕΖΑΝΤΕΣ ΕΙΚΟΝΩΝ

1. Η Θεσσαλονίκη από αέρος, σε κάρτ ποστάλ της δεκαετίας του '70.

2. Άποψη της Θεσσαλονίκης από θαλάσσης, γύρω στα 1925. Διακρίνεται η παλιά ξύλινη προβλήτα του Λευκού Πύργου.

3. 4. Εκδρομή με καραβάκι στον Μπαξέ, τον Σεπτέμβριο του 1963.

5. Πανόραμα του Θερμαϊκού κόλπου και της μακεδονικής ενδοχώρας σε δίπτυχη καρτ ποστάλ του Μεγάλου Πολέμου.

6. Ατενίζοντας τη Θεσσαλονίκη με τα κυάλια, μέσα από συμμαχικό πολεμικό πλοίο γύρω στα 1915.

Επιστροφή στην προηγούμενη σελίδα..


footer_11.gif - 10896,0 K