HR-Net - Hellenic Resources Network Compact version
Today's Suggestion
Browse through our Interesting Nodes on Greek Foreign Affairs
HomeAbout HR-NetNewsWeb SitesDocumentsOnline HelpUsage InformationContact us
Wednesday, 13 December 2017
 
News
  Latest News (All)
     From Greece
     From Cyprus
     From Europe
     From Balkans
     From Turkey
     From USA
  Announcements
  World Press
  News Archives
Web Sites
  Hosted
  Mirrored
  Interesting Nodes
Documents
  Special Topics
  Treaties, Conventions
  Constitutions
  U.S. Agencies
  Cyprus Problem
  Other
Services
  Personal NewsPaper
  Greek Fonts
  Tools
  F.A.Q.
 

OI ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΟ ΜΕΣΟΝ ΤΩΝ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΩΝ ΤΟΥ ΚΑΥΚΑΣΟΥ

του ΒΛΑΣΗ ΑΓΤΖΙΔΗ

 

Στο Ναγκόρνο Καραμπάχ

Ένα από τα μεγάλα προβλήματα που εμφανίστηκαν από τα μέσα της δεκαετίας του '80 στη Σοβιετική Ένωση, ήταν το πρόβλημα του Ναγκόρνο Καραμπάχ. Η περιοχή αυτή, κατοικούμενη από Αρμένιους είχε καθεστώς Αυτόνομης Δημοκρατίας, που υπαγόταν όμως στη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Αζερμπαϊτζάν. Στο χώρο αυτό υπήρχε ένα αμιγές ελληνικό χωριό, το Μεχμανά και ένα μικτό, κατοικούμενο από Έλληνες και Αρμένιους, το Ματεκίς.

Στο στρατό του Ναγκόρνο Καραμπάχ, εντάχθηκαν και Έλληνες. Υπήρχαν επίσης περιπτώσεις Ελλήνων από τη Γεωργία που κατατάχθηκαν εθελοντικά στο στρατό του Καραμπάχ για να βοηθήσουν με αυτό τον τρόπο τον ελληνικό πληθυσμό που κινδύνευε. Από αυτούς αναδείχτηκαν ακόμα και ήρωες πολέμου. Τον Αύγουστο του 1992, η κατάσταση οξύνθηκε και στην περιοχή του Ναγκόρνο Καραμπάχ. Σε επιθέσεις των Αζέρων καταστράφηκαν πολλά χωριά, μεταξύ των οποίων και το Μεχμανά. Για οκτώ μήνες, το ελληνικό χωριό μαζί με πολλά αρμενικά, ήταν στα χέρια των Αζέρων. Τελικά οι Αρμένιοι και οι Έλληνες, κατάφεραν να εκδιώξουν τους επιτιθέμενους. Οι Έλληνες κάτοικοι της περιοχής προσφυγοποιήθηκαν στην πλειονότητά τους. Εμπόδια συνάντησαν από τις τοπικές αρχές, οι οποίες δεν επιθυμούσαν την αναχώρησή τους, με το επιχείρημα ότι δεν έπρεπε να εξασθενίσει ο χριστιανικός χαρακτήρας της περιοχής. Μια ομάδα Ελλήνων, εικοσιπέντε ελληνικές οικογένειες του χωριού Μεχμανά της περιφέρειας Μαρτακέρτ του Ναγκόρνο Καραμπάχ, ζήτησε από την ελληνική κυβέρνηση να τους παραχωρήσει άσυλο πολέμου. Αντίστοιχη δήλωση κατέθεσαν και στην κυβέρνηση της Δημοκρατίας του Καραμπάχ, τονίζοντας ότι το αίτημα απόδοσης άσυλου πολέμου από την Ελλάδα έγινε ως ένδειξη διαμαρτυρίας, γιατί η παγκόσμια κοινότητα παρέβλεπε τα συμφέροντα των Αρμενίων και των Ελλήνων της Δημοκρατίας του Καραμπάχ. Τελικά οι περισσότεροι Έλληνες κάτοικοι του Ναγκόρνο Καραμπάχ κατέφυγαν ως πρόσφυγες στο Στεπανακέρτ, πρωτεύουσα του Ναγκόρνο Καραμπάχ, στην Ελλάδα, στην Αρμενία και στη νότια Ρωσία. Στην Ελλάδα υπήρξε πρόβλεψη για απλοποίηση των διαδικασιών μετακίνησης προς αυτήν. Όσοι κατέφυγαν εκεί εντάχθηκαν κατά προτεραιότητα στα προγράμματα του ΕΙΥΑΠΟΕ και μεταφέρθηκαν στη Φλώρινα. Στο χωριό παρέμειναν 30 άτομα.

Στην Αμπχαζία

Η μεγαλύτερη εμπλοκή των Ελλήνων στις ένοπλες συγκρούσεις του Καυκάσου, υπήρξε στην Αμπχαζία. Η Αμπχαζία είχε καθεστώς Αυτόνομης Δημοκρατίας, ενταγμένης στη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Γεωργίας. Οι Γεωργιανοί διεκδίκησαν την πλήρη ενσωμάτωση της Αμπχαζίας στο έθνος-κράτος τους, ενώ οι Αμπχάζιοι θέλησαν να δημιουργήσουν το δικό τους. Η αφορμή για την τελική σύγκρουση δόθηκε στην αρχή του καλοκαιριού του 1992, όταν στάλθηκε γεωργιανός στρατός στο Σοχούμι. Οι Έλληνες της περιοχής βρέθηκαν στο μέσον των μαχών. Παρότι διακήρυξαν την ουδετερότητά τους, υπήρξαν πολλές περιπτώσεις στρατολόγησης νέων στις περιοχές που ήλεγχε ο κάθ' ένας από τους συγκρουόμενους.

Αρκετοί από τους Έλληνες της Αμπχαζίας διέφυγαν ως πρόσφυγες στην κεντρική Γεωργία, στη νότια Ρωσία και στο Καζακστάν. Η μεγάλη αποχώρηση του πληθυσμού της πόλης του Σοχούμι έγινε με την επίβλεψη του ρωσικού στρατού, ο οποίος με βάση τη συμφωνία διάλυσης της Σοβιετικής Ένωσης, είχε την αποκλειστική ευθύνη της φύλαξης των εξωτερικών συνόρων όλων των νέων κρατών. Πρακτικά ήταν αδύνατο με τις συνθήκες αυτές να αναχωρήσουν τα παιδιά και οι γέροντες. Η Ομοσπονδία Ελληνικών Κοινοτήτων Γεωργίας κατήγγειλε ότι τους κρίσιμους επτά μήνες καμιά επίσημη ελληνική αντιπροσωπεία δεν επισκέφτηκε τη Γεωργία με αποτέλεσμα "... να αναγκαστούμε να ζητήσουμε βοήθεια από το Διεθνή Ερυθρό Σταυρό".

Σύντομα στο Σοχούμι εμφανίστηκαν παρακρατικές ομάδες, οι οποίες λεηλατούσαν και έκλεβαν τον άμαχο πληθυσμό. Παρουσιάστηκαν περιπτώσεις απαγωγής Ελλήνων με σκοπό τα λύτρα, καθώς και επιθέσεις των οργανωμένων παραστρατιωτικών ομάδων στα ελληνικά χωριά. Πολλά κρούσματα ληστειών και βιασμών σημειώθηκαν μέσα στην ίδια την πόλη του Σοχούμι. Οι Έλληνες αποτέλεσαν ιδιαίτερο στόχο αυτών των επιθέσεων, γιατί υπήρχε η εντύπωση ότι ήταν εύπορη ομάδα, η οποία ενισχυόταν οικονομικά από συγγενείς που ζούσαν στην Ελλάδα. Οι ληστές συνήθως βασάνιζαν τα θύματά τους για να τους παραδώσουν τα χρήματα και τα διάφορα τιμαλφή.

Έκκληση για άμεση παρέμβαση της Ελλάδας έκαναν τόσο η ποντιακοί σύλλογοι της Ελλάδας, όσο και της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Ο Ελληνικός Σύλογος της πόλης Βατούμι διεκτραγωδούσε την κατάσταση των 1.000 Ελλήνων προσφύγων που είχαν καταφύγει εκεί, έχοντας χάσει τα πάντα στον πόλεμο και περιμένοντας την ελληνική βοήθεια. Χαρακτήριζε την πολιτική που υπέστησαν στο Σοχούμι "γενοκτονία" και καλούσε όλους τους Έλληνες, απ' όλο τον κόσμο, να συνδράμουν την προσπάθεια περίθαλψης των προσφύγων.

Κορυφαία διαμαρτυρία των Ποντίων της Ελλάδας υπήρξε η συγκέντρωση και η πορεία 5.000 ατόμων στο κέντρο της Αθήνας τον Απρίλιο του 1993, που διοργάνωσε ο Ποντιακός Σύλλογος "Αργώ" με βασικό σύνθημα "Απομάκρυνση των Ελλήνων από την Αμπχαζία. Τώρα!". Παράλληλα εμφανίστηκαν δημοσιεύματα που καλούσαν σε άμεση δράση. Η πολιτική ηγεσία με πρωτοβουλία της τότε υφυπουργού εξωτερικών κ. Βιργινίας Τσουδερού, αποφάσισε τελικά την απομάκρυνση των Ελλήνων που είχαν εγκλωβιστεί στην περιοχή του Σοχούμι. Την επιχείρηση απομάκρυνσης ανέλαβε το ΕΙΥΑΠΟΕ, σε συνεργασία με την ελληνική πρεσβεία της Μόσχας. Κατ' αρχάς μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα οι πρόσφυγες που είχαν καταφύγει στο Σότσι της νότιας Ρωσίας. Στη συνέχεια οργανώθηκε η βασική επιχείρηση απομάκρυνσης των εγκλωβισμένων Ελλήνων από το Σοχούμι, το οποίο βρισκόταν υπό γεωργιανή κυριαρχία και ήταν περικυκλωμένο από τις δυνάμεις των Αμπχαζίων. Το πρωϊ της 15ης Αυγούστου 1.013 πρόσφυγες αναχώρησαν για την Ελλάδα.

Σε μια πρόχειρη συγκέντρωση στοιχείων που έγινε από το συγγραφέα κατά τη διάρκεια του ταξιδιού επιστροφής του πλοίου από την Αμπχαζία, καταγράφηκαν 52 νεκροί από το Σοχούμι. Από αυτούς οι 30 δολοφονήθηκαν από τις παρακρατικές ομάδες και οι υπόλοιποι σκοτώθηκαν από τους βομβαρδισμούς. Υπήρχαν επίσης και σκοτωμένοι στις μάχες. Πρόχειρα καταμετρήθηκαν τρεις από την αμπχαζιανή πλευρά και πέντε από τη γεωργιανή. Όσοι Έλληνες σκοτώθηκαν πολεμώντας στις τάξεις του αμπχαζιανού στρατού κατάγονταν από την Αμπχαζία, ενώ οι σκοτωμένοι στις τάξεις του γεωργιανού στρατού προέρχονταν από την κεντρική Γεωργία.

Μετά την αναχώρηση του πλοίου παρουσιάστηκαν κρούσματα επιθέσεων από Γεωργιανούς παρακρατικούς εναντίον των ομογενών που παρέμειναν στην πόλη. Οι προσπάθειες της ελληνικής κυβέρνησης συνεχίστηκαν. Έτσι λίγο αργότερα μετέβη στο Σοχούμι αεροπλάνο, το οποιο παρέλαβε και άλλους πρόσφυγες, ενώ αναχωρήσεις προσφύγων οργανώθηκαν από το Σότσι με λεωφορεία και την Τιφλίδα αεροπορικώς.

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1993, το Σοχούμι καταλήφθηκε μέσα σε λουτρό αίματος. Ο πρόεδρος της Γεωργίας Έντβαρντ Σεβαρνάτζε, μόλις γλύτωσε τη σύλληψη από τους Αμπχάζιους αυτονομιστές. Τις πρώτες μέρες μετά την κατάληψη, όταν στην πόλη κυριαρχούσαν οι άτακτες ομάδες του αμπχαζιανού μετώπου, αρκετοί Έλληνες έχασαν τη ζωή τους. Οι εκτιμήσεις των Ελλήνων της περιοχής ανεβάζουν τον αριθμό σε 50. Το πιο σοβαρό επεισόδιο από τη δράση των ανεξέλεγκτων αμπχαζιανών ομάδων συνέβη στις 4 Νοεμβρίου 1993, όταν επιτέθηκαν στο ελληνικό χωριό Όντισι (πρώην Άκαπα και μετά Κωνσταντίνοφκα) και δολοφόνησαν δεκαοκτώ Έλληνες. Οι μαζικές δολοφονίες συνεχίστηκαν στο χωριό Τσεμπελτά, όπου βρήκαν το θάνατο άλλοι πέντε Έλληνες. Οι δολοφόνοι αυτή τη φορά ήταν Σβάνοι ληστές.

 

Στην Τσετσενία

Η νεότερη εστία πολέμου στον Καύκασο εμφανίστηκε στην Τσετσενία, η οποία ήταν Αυτόνομη Δημοκρατία, ενταγμένη όμως στη Ρωσία. Το 1992 ανακήρυξε την ανεξαρτησία της σε αντίθεση με τη θέληση της Ρωσίας. Στη Τσετσενία, στις αρχές της δεκαετίας του '90 ζούσαν 1.000-1.500 Έλληνες. Υπήρχε και Ελληνικός Σύλλογος στην πρωτεύουσα Γκρόζνι. Οι σχέσεις των Ελλήνων με τους Τσετσένους ήταν πολύ καλές, εφ' όσον τα δύο έθνη συνδέονταν με τις κοινές μνήμες των μαζικών σταλινικών διωγμών της δεκαετίας του '40. Οι πλειοψηφία των Ελλήνων της Τσετσενίας, φοβούμενοι τις εξελίξεις άρχισαν να φεύγουν μετά το 1992 στη νότια Ρωσία και στην Ελλάδα. Την περίοδο που εμφανίστηκε ο ρωσικός στρατός και άρχισαν οι συγκρούσεις, έμεναν περίπου 200-250 Έλληνες στην περιοχή. Ο ακριβής αριθμός τους ήταν αδύνατον να προσδιοριστεί. Όσοι μπόρεσαν έφυγαν από την επικίνδυνη ζώνη. Ένδεκα άτομα που κατέφυγαν στην ελληνική πρεσβεία στη Μόσχα πήραν αμέσως άδεια παλιννόστησης. Αλλοι κατέφυγαν στο Βλαδικαυκάς της Βόρειας Οσετίας, όπου κατοικούσαν 5.000 Ελληνες και ήταν οργανωμένοι στον "Ελληνικό Σύλλογο Φοίνιξ", άλλοι κατέφυγαν στην Μαχατσκαλά, πρωτεύουσα του Νταγεστάν που βρίσκεται στην Κασπία Θάλασσα φιλοξενούμενοι από τους συγγενείς τους ή άλλους ομογενείς. Έλληνες επίσης διέφυγαν μαζί με τους Τσετσένους στα βουνά, ενώ άρχισαν οι βομβαρδισμοί της πόλης από το ρωσικό στρατό. Εκατό πενήντα είχαν καταφύγει σε κοντινές προς το Γκρόζνι περιοχές. Οι εκτιμήσεις από τη Μόσχα ανέβαζαν τους εγκλωβισμένουςΈλληνες του Γκρόζνι σε 110. Η ελληνική πολιτεία αντέδρασε άμεσα στην κρίση με πρωτοβουλία του Γρηγόρη Νιώτη, υφυπουργού Εξωτερικών, αρμόδιο για τον ελληνισμό της διασποράς. Συγκροτήθηκε συντονιστικό όργανο με επικεφαλής τον πρέσβη στη Μόσχα Κυρ. Ροδουσάκη. Τελικά, μετά την κατάληψη της πόλης από το ρωσικό στρατό απεγκλωβίστηκαν 75 Έλληνες, οι οποίοι μεταφέρθηκαν στο Εσεντουκί, Βλαδικαυκάς και Μινεράλνι Βόντι. Υπήρχαν μόνο δύο Ελληνίδες τραυματίες και δύο νεκροί Ρώσοι, που ανήκαν σε μικτές ελληνορωσικές οικογένειες. Μέσα στο Γκρόζνι συνέχισαν να παραμένουν 25 Έλληνες.

 

Η μοίρα των προσφύγων

Οι πρόσφυγες από τις περιοχές των πολέμων προστέθηκαν στο σύνολο των όσων είχαν ήδη καταφύγει στην Ελλάδα. Η θέση όμως των προσφύγων πολέμου ήταν κατά πολύ δυσμενέστερη, εφ' όσον δεν είχαν μεταφέρει μαζί τους κανένα περιουσιακό στοιχείο. Όσοι δεν ακολούθησαν το πρόγραμμα του ΕΙΥΑΠΟΕ, βρέθηκαν δίχως καμιά υποστήριξη, εκτός αυτής των συγγενών τους. Η ελληνική πολιτεία δεν κατάφερε να συγκροτήσει ένα πρόγραμμα αποκατάστασης των Ελλήνων προσφύγων. Μεγάλο μέρος ων προσφύγων από το Ναγκόρνο Καραμπάχ μεταφέρθηκαν σε οικισμούς υποδοχής στη Φλώρινα. Οι πρόσφυγες από την Τσετσενία, έμειναν ως επί το πλείστον στη νότια Ρωσία. Μεγάλο μέρος των προσφύγων από την Αμπχαζία εντάχθηκε στο πρόγραμμα του ΕΙΥΑΠΟΕ.


Ελληνισμός: [Διασπορά] [Πρώην ΣΣΔ] [Μικρά Ασία] [Τουρκία] [Βόρειος Ήπειρος] [Πόντος]
Back to Top
Copyright © 1995-2016 HR-Net (Hellenic Resources Network). An HRI Project.
All Rights Reserved.